28 C
Galatsi
Σάββατο, 22 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Μικροί, πικροί καημοί.

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη

    Η καμπάνα του χωριού χτυπούσε χαρμόσυνα κι οι κάτοικοι, ντυμένοι τα καλά τους μαζεύονταν στην εκκλησία. Ήταν σημαντική τούτη η μέρα. Οι χριστιανοί γιόρταζαν τη Βάφτιση του Θεανθρώπου και τον αγιασμό των υδάτων.

    Ο παπάς με την αγιαστούρα του θα καθαγίαζε τους πιστούς, θα ευλογούσε τα χωράφια και τα ζώα για την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων και θα έδιωχνε τα κακά και πονηρά πνεύματα μακριά τους.

    -- Διαφήμιση --

    Ο ναός του Αγίου Νικολάου, κατάφωτος, πανηγύριζε κι αυτός μαζί με τους πιστούς του, που είχαν κατακλύσει όλους τους χώρους του και τον έκαναν να φαίνεται μικρός για τους τόσους χριστιανούς! Όλοι περίμεναν να τελειώσει η ακολουθία και να μεταβεί ο παπάς στο γεφύρι, για να ρίξει το σταυρό  στο ποτάμι. 

    Το κρύο ήταν τσουχτερό και τα χιονισμένα χωράφια το έκαναν πιο επώδυνο! Ποιος θα ’χει το κουράγιο να μπει στο παγωμένο νερό; Ήταν κι η περιέργεια που τους έφερνε στην εκκλησία. Θα πήγαιναν μετά την ακολουθία όλοι μαζί για τον αγιασμό των υδάτων του ποταμού. Όλοι μαζί. Κι ο παπάς κι οι πιστοί κι οι βουτηχτάδες! Αυτός που πρώτος θα έπιανε το σταυρό θεωρούνταν καλότυχος κι ευλογημένος, θα είχε καλή χρονιά, θα κρατούσε μια μέρα το σταυρό και θα τον γύριζε στα σπίτια του χωριού, για να ’χουν τη χάρη Του οι νοικοκυραίοι. Εκείνοι θα του έδιναν κάποιο φιλοδώρημα «για το καλό».

    -- Διαφήμιση --

    Σαν ήρθε η κατάλληλη ώρα, μπροστά ο παπάς με τους ψάλτες και παραπίσω το ποίμνιο προχωρούσαν προς το γεφύρι. Πέρασαν μπρος από τα τελευταία σπίτια, διέσχισαν το δρόμο με τους κήπους και τα μποστάνια κι έφτασαν στη γέφυρα. Ο κόσμος στριμώχτηκε πάνω της και τη γέμιζε σχεδόν ασφυκτικά ως τις δυο όχθες του ποταμιού. Κάτω από τη γέφυρα έμειναν τρία παλικάρια που ήταν έτοιμα να πέσουν στα νερά, για να πιάσουν το σταυρό και να πάρουν την ευλογία του ιερέα.

    –  Πού πας εσύ, βρε Θανάση;

    Μια φωνή ακούστηκε κι όλοι έψαξαν με τα μάτια να δουν αν ήταν ο Θανάσης ο γνωστός. Σαν τον είδαν να παίρνει θέση δίπλα στους νέους αυτός, ένιωσαν τεράστια έκπληξη! Μα είναι δυνατόν στην ηλικία του να πέσει στο παγωμένο νερό;

    –  Πού πάει, βρε παιδιά, ο τρελός; είπε κάποιος.

    –  Θανάση! Όχι εσύ! Του είπε αυστηρά ο παπάς.

     – Γιατί, παπά μου, όχι εγώ; Τι θέλεις; Να μην έχω την ευλογία του Θεού και να παλεύω μόνος μου με την ψυχή του;

    –  Είπα όχι! Επανέλαβε ο ιερέας.

    Ο Θανάσης όμως ήταν ανένδοτος.

    –  Όποιος θέλει, ας έρθει να μ’ εμποδίσει.

    Φαινόταν αποφασισμένος κι όλοι ήξεραν πως δεν έπαιζε!

    – Αφήστε τον, βρε παιδιά! Με τον τρελό θα τα βάλουμε χρονιάρα μέρα; είπε κάποιος άλλος.

    Βεβαίως ο Θανάσης δεν ήταν άγνωστος στις κρατικές αρχές. Είχε, όπως λέει κι η αστυνομία, βεβαρυμμένο παρελθόν. Ήταν αυτό που λένε σεσημασμένος με ογκώδη φάκελο, που είχε διαπράξει σοβαρότατα εγκλήματα! Σοβαρότατα εγκλήματα διέπραξε βεβαίως, αλλά είχε ασφαλώς ένα σημαντικότατο ελαφρυντικό, αυτό της ψυχικής διαταραχής.

    Χρόνια πολλά είχαν περάσει από τη μέρα εκείνη που έμελλε ν’ αλλάξει πολλών τη ζωή κι άλλων να την τερματίσει. Μέχρι τότε ο Θανάσης ήταν ένα βοσκόπουλο γιγαντόσωμο και καλοκάγαθο, θα ‘λεγε κανείς, που δε δημιουργούσε προβλήματα στους γύρω του.

    Είχε βεβαίως τις εμμονές του, νόμιζε πως διαρκώς τα δαιμόνια παραμονεύουν και προσπαθούν να του κάνουν κακό, αλλά το γεγονός αυτό οι άλλοι το θεωρούσαν γραφικό κι αυτός ήταν, ως τότε, ο μοναδικός που το έβλεπε υπερβολικά ενοχλητικό κι επικίνδυνο. Η τραγική πραγματικότητα όμως υπογράμμισε το λάθος που έκαναν οι άλλοι ως προς την εκτίμηση της κατάστασης. Γιατί η ασχετοσύνη κι αδιαφορία τους επέτρεψαν στην αρρώστια του, γιατί τελικά αρρώστια ήταν αυτή του η “ιδιομορφία”, να γίνει τόσο επικίνδυνη και να τον κάνει φονιά!

    Το γιατί και το πώς έγινε ο φόνος, το περιέγραψε στους γείτονές του μια φορά εκείνος, όταν πια είχε ξεμπερδέψει με δικαστήρια, ψυχιατρεία κι ενοχές! Είχε περάσει, δηλαδή, αρκετός καιρός από τη μέρα του φονικού, αφού είχε ήδη δικαστεί και είχε αποδοθεί “υγιής” στην κοινωνία.

    Ποιος ξέρει αν οι γιατροί του είχαν συστήσει κάποια φαρμακευτική αγωγή κι αν ο ίδιος την ακολουθούσε με συνέπεια; Γεγονός ήταν, πάντως, ότι το μάτι του ήταν άγριο κι ώρες-ώρες απλανές και το γέλιο του σε φόβιζε. Είχε κάτι περίεργο και φοβερό; Ήταν γιατί είχαμε ακούσει πολλές φορές για το φονικό;

    Απρίλης, λοιπόν ήταν εκείνη την καταραμένη τη μέρα που συναντήθηκαν τα δυο βοσκόπουλα στα χωράφια, όπου βόσκανε τα πρόβατά τους. Εικοσάρηδες κι οι δυο τους, βρισκόντουσαν σχεδόν καθημερινά, αφού βοσκούσαν κοντά-κοντά τα κοπάδια τους. Εκείνη τη μέρα, είχαν βρεθεί, όπως πάντα, κι είχαν πιάσει κουβέντα για πράματα καθημερινά και τετριμμένα.

    Κάποια  στιγμή ο Θανάσης αγρίεψε.

    –  Γιατί με κοιτάς έτσι; Είπε στο Νίκο.

    –  Πώς σε κοιτάζω;

    –  Περίεργα!

    –  Τι περίεργα και κουταμάρες μου λες;

    Κουβέντα στην κουβέντα αρπάχτηκαν στα χέρια. Γιγαντόσωμος ο Θανάσης, αλλά κι ο Νίκος δεν πήγαινε πίσω! Ήταν γεροδεμένο παιδί, σκληραγωγημένο κι ανθεκτικό. Δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Σε κάποια στιγμή μάλιστα κατάφερε να ρίξει κάτω το Θανάση και προσπαθούσε να τον κρατήσει και να τον συνετίσει.

    – Θα ηρεμήσεις; Του είπε απειλητικά την ώρα που τον κρατούσε με την πλάτη στο χώμα.

    Δεν πρόλαβε όμως ν’ ακούσει την απάντηση, γιατί ο άλλος είχε τραβήξει ήδη το σουγιά!

    • Τι γερός ήταν ο κερατάς! Έλεγε χρόνια αργότερα ο φονιάς για το θύμα του, μ’ ανυπόκριτο θαυμασμό. Να του ‘χω πετάξει τα έντερα έξω, να σέρνονται στο χώμα κι αυτός, ρε παιδάκι μου, με το ένα χέρι να τα βάζει στην κοιλιά και με τ’ άλλο να σέρνεται στο χώμα! Τι να ‘κανα κι εγώ; Τον ξαναχτύπησα πολλές φορές, μέχρι που πήγε στον αγύριστο!

    Για όλα τ’ άλλα δε μιλούσε με λεπτομέρειες. Ποιος ξέρει γιατί; Ίσως για το αρρωστημένο του μυαλό να ήταν πιο οδυνηρά από το φονικό! Γεγονός πάντως είναι ότι αυτό το τραγικό συμβάν στάθηκε η αφορμή να διαγνωσθεί η ασθένειά του και με δικαστική απόφαση κλείστηκε για αρκετά χρόνια στο ψυχιατρείο.

    Ο εγκλεισμός του γι’ αρκετά χρόνια στο τρελάδικο τον άλλαξε ριζικά! Όχι, βέβαια, πως γιατρεύτηκε οριστικά! Απλά έχασε πολλά απ’ τα μαλλιά του κι αναγκάστηκε να κουρέψει σύρριζα όσα του έμειναν, βάρυνε πιο πολύ, αφού με τα χρόνια απόχτησε περισσότερα κιλά και το αίσθημα του φόβου, όταν έκανε κάτι κακό!

    Όταν τελικά αφέθηκε ελεύθερος και γύρισε στο χωριό, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που τον πλησίασαν. Μόνο κάποιοι γείτονες του πιάσανε κουβέντα, κυρίως γιατί σκεφτόντουσαν την αρρώστια του, τη φτώχεια και την πείνα που τον περίμεναν. Τα πράματα τώρα δεν ήταν καθόλου καλύτερα. Απόχτησε αναμφίβολα την ελευθερία του, όμως εξακολουθούσε να παραμένει φυλακισμένος στο χωριό του!

    Δουλειά! Να η μαγική λέξη που τον έβγαζε από τον κόσμο του και τον έφερνε αντιμέτωπο με την αποκρουστική πραγματικότητα! Πού θα βρει δουλειά ένας άνθρωπος με το δικό του παρελθόν, τις δικές του ανάγκες και την ολοκληρωτική έλλειψη πια οικογένειας;

    Η Ανάγκη, με άλφα κεφαλαίο, τον υποχρέωσε να παρατήσει το χωριό του και να κατευθυνθεί προς άλλα χωριά, μακρινά, όπου δεν ήξεραν το παρελθόν και την ιστορία του, για να μπορέσει να βρει τρόπους επιβίωσης. Δεν ήταν μόνο η προϊστορία του που τον εμπόδιζε, αλλά υπήρχε κυρίως η έλλειψη κάποιας ειδίκευσης. Δεν ήξερε κανένα απολύτως επάγγελμα εκτός εκείνου του βοσκού. Σε μια περιοχή όμως, που η κτηνοτροφία δε χαρακτηρίζεται από υπερβολικά μεγάλο πληθυσμό ζώων, η πρόσληψη υπαλλήλου– βοσκού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο πνιγμένος όμως απ’ τα μαλλιά του πιάνεται! Έριξε πέτρα πίσω του και πήγε σε άλλο χωριό, μακριά από το δικό του.

    Σε μερικά χρόνια ο Θανάσης ξαναφάνηκε στον τόπο του. Πήγε κι άνοιξε το χαμόσπιτό του, το καθάρισε και αποφάσισε να κάνει μια καινούρια αρχή. Είχε μάλιστα φέρει μαζί του κι ένα όμορφο κοριτσάκι, που δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από είκοσι πέντε χρονών!

    – Ποια είναι, βρε Θανάση; Τον ρωτούσαν.

    – Η γυναικούλα μου! Απαντούσε γεμάτος περηφάνια.

    Η “γυναικούλα” του προσπάθησε γρήγορα να συμμορφώσει το καλυβάκι και να κάνει μια καινούρια αρχή με τον άντρα της. Δούλευε και στο σπίτι και στα χωράφια και πάλευε να τα φέρει βόλτα για να μπορέσει να ορθοποδήσει.

    Προσπάθησε! Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο! Πολύ γρήγορα η υγεία του Θανάση επιδεινώθηκε. Λίγο η χαρά της επιστροφής, λίγο η αγωνία για το αύριο και το μέλλον της γυναίκας του, πίεσαν και πάλι το ευαίσθητο  μυαλουδάκι του, το οδήγησαν σ’ αδιέξοδο κι άρχισαν πάλι να εμφανίζονται τα πνεύματα, μόνο που τούτη τη φορά είχαν συγκεκριμένο όνομα, του καημένου του Νίκου, που χάθηκε πρόωρα απ’ το μαχαίρι του! Στην αρχή  η ψυχή του Νίκου πήγαινε τις νύχτες, αργότερα και τ’ απογεύματα και στο τέλος  αυτή κι αυτός έγιναν ένα!

    Η γυναίκα του, η Βασούλα, βρίσκονταν σ’ απόγνωση, αφού ανάμεσα σ’ εκείνη και τον άντρα της εμφανίζονταν αυτή, τείχος σωστό που δεν της επέτρεπε να επικοινωνήσει μαζί του, αφού αυτός ήταν στον κόσμο του κι επικοινωνούσε μόνο με το δαίμονά του!

    Εκτός όμως της απομόνωσης του άντρα της η Βασούλα είχε ν’ αντιμετωπίσει και τις σειρήνες των διάφορων επίδοξων Δον Ζουάν του χωριού, οι οποίοι της υπενθύμιζαν το παρελθόν του άντρα της, το γεγονός ότι τη νύχτα, που επιδεινωνόταν η κατάστασή του, δε θα είχε κανένα να τη βοηθήσει! Κατά συνέπεια, αυτό που εκείνη θα μπορούσε να κάνει ήταν να ζητήσει τον εγκλεισμό του και πάλι στο ψυχιατρείο, ώστε και αυτή να μη κινδυνεύει κι εκείνος να γιατρευτεί! Ήθελαν βέβαια να πουν “ώστε κι εσύ να είσαι διαθέσιμη”, αλλά στη ζωή υπάρχουν πράματα που γίνονται και δε λέγονται και πράματα που λέγονται και δε γίνονται!

    Κανείς, ασφαλώς, δεν μπορεί να πει τι ακριβώς σκεφτόταν ο καθένας απ’ τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση αυτή! Όμως το αποτέλεσμα ήταν ο καημένος ο Θανάσης να κλειστεί και πάλι στο φρενοκομείο! Το κεφάλαιο της ζωής του άλλαξε και πάλι. Αποχαιρέτησε την αγαπημένη του γυναικούλα και μπήκε στο ίδρυμα ξανά για απροσδιόριστο χρονικό  διάστημα.

    Η Βασούλα τώρα, έχοντας σπίτι και λίγα χωράφια, προσπάθησε να τα φέρει βόλτα και να μπορέσει σιγά – σιγά να φτιάξει και πάλι τη ζωή της. Σύμμαχός της ήταν τα είκοσι πέντε της χρόνια, η ομορφιά και η εργατικότητά της. Στον αγώνα της αυτό προτίμησε ν’ αξιοποιήσει καταρχήν τα δυο πρώτα σίγουρα προσόντα. Ξέροντας πως τα γεροντάκια του χωριού, αλλά κι οι νεότεροι άντρες τη λιγουρεύονταν, προσπάθησε συστηματικά ν’ αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που τις παρουσιάζονταν και ν’ αξιοποιήσει ό,τι της ήταν πιο χρήσιμο για να επιβιώσει: Την εργατικότητα κάποιων σχετικά νεότερων τολμηρών συγχωριανών και το πουγκί κάποιου συνταξιούχου που την ερωτεύτηκε παράφορα.

    Έτσι είχαν τα πράματα και σε τέσσερα  χρόνια το ισόγειο σπιτάκι είχε επισκευαστεί με τα χρήματα του ερωτευμένου γέροντα και τα μεροκάματα των μαστόρων που την ορέγονταν και τολμούσαν να μπουν στη δούλεψή της, αγνοώντας τις γκρίνιες των γυναικών τους και τη μικρή αμοιβή. Πανέξυπνη η Βασούλα μπορούσε μ’ άνεση να ελίσσεται μεταξύ του γεροντικού πάθους και του πόθου των νεότερων, χωρίς να τους δίνει πολλά δικαιώματα ή να τους αφήνει να συγκρουστούν.

    Καλοί είναι όμως οι προγραμματισμοί, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους για να βελτιώσουν τη ζωή των ανθρώπων. Εκεί που λες πως όλα τα έχεις τακτοποιήσει κι όλα κυλούν σύμφωνα με τους υπολογισμούς σου, έρχεται ένας απρόβλεπτος παράγοντας που ανατρέπει τα πάντα και οδηγείσαι σ’ αδιέξοδο!

    Σ’ ένα τέτοιο αδιέξοδο  βρέθηκε η Βασούλα όταν διαπίστωσε πως εγκυμονούσε. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη λοιπόν τάραξε τα νερά της ηρεμίας της και την έφερε μπροστά σε πρόβλημα δυσεπίλυτο! Πώς θα μπορούσε τώρα να το διαχειριστεί; Το σκέφτηκε καλά κι αποφάσισε να ρισκάρει!

    -Σου είπα χίλιες φορές να προσέχεις, αλλά εσύ δεν ακούς! Τι κάνουμε τώρα; Άμα το μάθει ο τρελός, θα μας καθαρίσει και τους δυο!

    Ήταν σίγουρη βέβαια πως ούτε ο παππούς ήταν απρόσεχτος, αφού άλλος ήταν ο αίτιος, ούτε ο καημένος ο Θανάσης θα το μάθαινε, αφού, εκτός απ’ αυτή που πήγαινε πού και πού να τον δει, για να τηρεί τους τύπους, κανείς δεν τον επισκεπτόταν. Όμως ήταν βέβαιη ότι ο μόνος που θα ενδιαφερόταν και θα βοηθούσε, κυρίως οικονομικά ήταν αυτός. Κι επειδή ήταν ερωτευμένος μαζί της, δε θα είχε την ψυχραιμία να σκεφτεί αν και πότε δεν πρόσεξε, τι ακριβώς δεν πρόσεξε και να κάνει υπολογισμούς!

    Εκείνος όμως ερωτευμένος ήταν κι όχι βλάκας, όπως υπολόγιζε η Βασούλα! Ήξερε ασφαλώς πολύ καλά τι πληρώνει και για ποιο λόγο. Άλλωστε, όταν καμιά φορά οι φίλοι του τον πειράζαν για τον έρωτά του για τη Βασούλα, τους απαντούσε:

    – Όπως ξέρετε, παντρεμένος δεν είμαι και παιδιά δεν έχω. Το ότι η φύση ή ο Θεός, όπως θέλετε πείτε το, έβαλε ένα τρελό να μου φέρει ένα αγγελούδι, δεν είναι ένα σημάδι που δεν πρέπει να το αγνοήσω; Τι θέλετε δηλαδή, ν’ αμαρτήσω τώρα στα γεράματα;

    Κι όταν οι άλλοι του αντέτειναν:

    – Βρε Κώστα, καλά τα λες, αλλά τρώνε κι άλλοι!

    – Και τι θέλετε να πείτε δηλαδή; Ότι προτιμάτε να μένετε στο κατώι μόνοι σας κι όχι στο σαλόνι μ’ άλλους;

    Με τέτοια λογοπαίγνια προσπαθούσε ο μπάρμπα Κώστας ν’ αποφύγει τα καλοπροαίρετα πειράγματα των φίλων του. Ωστόσο, πέρα από τα λόγια, γεγονός ήταν πως το ότι η Βασούλα του κερνούσε καμιά φορά κι άλλους τον πείραζε πάρα πολύ. Το ότι ο έρωτας είναι κτητικός και διεκδικεί αποκλειστικότητα με όποιο κόστος είναι κοινό μυστικό.

    Ο μπάρμπα Κώστας λοιπόν έκανε πως δεν κατάλαβε κι ανέλαβε ανυστερόβουλα να βοηθήσει την αγαπημένη του να ξεπεράσει το σοβαρό πρόβλημα που αντιμετώπιζε κι πήρε την πρωτοβουλία να την απαλλάξει απ’ αυτό. Έψαξε να βρει γιατρό και πλήρωσε όλα τα έξοδα, για ν’ αποδώσει την καλή του και πάλι ελεύθερη στην κοινωνία του χωριού και την αγκαλιά του.

    Μετά μια πενταετία πολλά άλλαξαν. Ο μπάρμπα Κώστας έφυγε γι’ άλλα μέρη κυνηγώντας άλλα αγγελούδια, η Βασούλα έγινε πια τριανταπεντάρα και ολοένα και λιγότερο ήταν διατεθειμένη να γυρνά από αγκαλιά σε αγκαλιά κι αναζήτησε τη μία και μοναδική από κάποια στιγμή κι έπειτα και ν’ αράξει σ’ αυτή. Η Βασούλα λοιπόν ερωτεύτηκε έναν σαραντάρη αγρότη κι αποφάσισε να φύγει μαζί του, όταν έμεινε και πάλι έγκυος.

    Νιώθοντας συνεπώς υπεύθυνη απέναντι στον άνθρωπό της και το σπλάχνο της, εμφανίστηκε στο φρενοκομείο αποφασισμένη να ρυθμίσει τα πράγματα όπως εκείνη ήθελε και αποπειράθηκε να εκβιάσει, στην ανάγκη, το Θανάση. Του είπε λοιπόν ότι δεν πήγαινε καλά οικονομικά, ότι δυσκολευόταν να ζήσει κι ότι σκεφτόταν να πάει στη Γερμανία κι επειδή εκεί θα έμενε με άλλες γυναίκες, έπρεπε εικονικά να χωρίσουν.

    – Μωρή, πουτάνα, βρήκες γκόμενο και θέλεις να την κοπανήσεις για τη Γερμανία, ε; Και θέλεις και υπογραφή, έ; Θα σας ξεκοιλιάσω και τους δυο!

    Προσπάθησε να κινηθεί εναντίον της, αλλά ο νοσοκόμος μπήκε ανάμεσά τους και τον συγκράτησε κοιτάζοντάς τον άγρια.

    – Ήσυχα! Του είπε. Μη με αναγκάσεις να φερθώ διαφορετικά…

    Ο Θανάσης λούφαξε. Η Βασούλα πέρασε αμέσως στην αντεπίθεση.

    – Κοίταξε! Του είπε. Θα κάνουμε μια συμφωνία: Εσύ θα υπογράψεις τώρα το διαζύγιο μπροστά στον κύριο νοσοκόμο εδώ κι εγώ δεσμεύομαι ότι, μόλις φτάσω στη Γερμανία και πριν ακόμα πάρω το διαζευκτήριο, θα σου υπογράψω για να βγεις από ‘δω.

    – Σύμφωνοι! Είπε εκείνος. Φέρε μου το χαρτί και θα το υπογράψω!

    Έτσι κάπως έγινε ο χωρισμός τους. Σε λίγες μέρες εκείνη πήγε στο ίδρυμα με έναν δικηγόρο αντάλλαξαν ουσιαστικά υπογραφές και χώρισαν. Εκείνη εξαφανίστηκε για λίγο καιρό. Εμφανίστηκε στο δικαστήριο για κάποιες ώρες και χάθηκε! Λένε ότι στην Αυστραλία, όπου πήγε τελικά, παντρεύτηκε τον καλό της κι έκανε ένα ακόμη παιδί, εκτός από εκείνο που είχε στην κοιλιά όταν χώρισε.

    Εκείνος γύρισε στο χωριό και στο σπίτι του. Το βρήκε ανακαινισμένο, αλλά σχεδόν άδειο. Έμεινε σ’ αυτό, αλλά η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε. Όλο και πιο συχνά παραπονιόνταν.

    – Έρχεται κάθε μέρα ο Νίκος όλες τις ώρες και μου φωνάζει και μ’ ενοχλεί συνεχώς και δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Τι να κάνω; Διαρκώς παλεύω μαζί του.

    Οι τρεις νέοι, λοιπόν, ξεντύθηκαν και περίμεναν κι αυτός, ντυμένος, κάθισε κοντά τους. Όταν ακούστηκε το «εν Ιορδάνη…», βρέθηκαν όλοι στο νερό. Όλοι! Οι άλλοι φορώντας τα μαγιό τους κι αυτός με τα ρούχα του!

    Φυσικό, συνεπώς, ήταν να συμβεί ό,τι ακολούθησε! Οι άλλοι προσπαθούσαν να πιάσουν κολυμπώντας το σταυρό κι ο καημένος ο Θανάσης έπιασε τη σκάλα του παραδείσου και πέρασε πια στον άλλο κόσμο! Η καρδιά του δεν άντεξε κι έμεινε στο νερό! Έτρεξαν γρήγορα οι άλλοι τρεις να τον βγάλουν, αλλά εκείνος είχε προλάβει να τους ξεφύγει!

    -Τέλειωσε η ιστορία, παιδιά! Είπε ένας λιπόσαρκος γεροντάκος.

    Ποιος κοιτούσε πια την τελετή! Ο Θανάσης με τη φυγή του είχε κλέψει την παράσταση.

    Η κρατική γραφειοκρατία κατάφερε τελικά να περιμαζέψει το πτώμα του ανθρωπάκου, να ερευνήσει για τις αιτίες της καταστροφής, να ρυθμίσει τις αναγκαίες λεπτομέρειες για το κλείσιμο του φακέλου της υπόθεσης.

    Η ιδέα να πιάσει το σταυρό τη μέρα των Φώτων έβαλε τέλος στην αγωνία και τη ζωή του, απάλλαξε από τους προβληματισμούς το Θανάση κι όσους ασχολούνταν μ’ όποιο  τρόπο μαζί του. Ας ελπίσουμε πως ο καλός Θεούλης θα διατάξει τα δικά του αγγελάκια να προστατέψουν το φτωχό φονιά από τα δαιμόνια που τον κυνηγούσαν όσον καιρό πορεύονταν σε τούτο τον πλανήτη.

    – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

    Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Δήμου και έχει τραβηχτεί στο Βρυσοχώρι το 1976.

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Εμπρησμός εξ αμελείας

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη Καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας και...

    Ο Ντόναλντ Σάτερλαντ για το Cloudbusting (video)

    Ανάρτηση της Ναταλίας Κακουλίδου, δημοσιεύουμε με την άδεια της. Για...

    Άγγελος Σικελιανός χειρόγραφα

    Σαν σήμερα, το 1951, πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Το...

    Τη νύχτα που σε πιάνει βουλιμία

    Γράφει η Μαρία Κ. Φωτογραφία εξωφύλλου από την ιστοσελίδα...
    -- Διαφήμιση --