36 C
Galatsi
Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Η ιστορία της Θ

Ημερομηνία:

-- Διαφήμιση --

Γράφει η Ρία Καλφακάκου Η λεπτομέρεια στον πίνακα του Ζαν-Μαρκ Νατιέ του εξωφύλλου, δική της επιλογή.

Την περίοδο των φοιτητικών κινητοποιήσεων στα τέλη της δικτατορίας, και ιδιαίτερα στο Πολυτεχνείο, πολλές ονομαστές οικογένειες, είδαν, με έκπληξη και μεγάλη ανησυχία, τα παιδιά τους να συμμετέχουν ενεργά σε αντικαθεστωτικές εκδηλώσεις, να καλούνται στην ασφάλεια, να φυλακίζονται, να βασανίζονται, και μετά τη δικτατορία να γίνονται μέλη αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων.

Τι λάθος είχαν κάνει, δεν καταλάβαιναν, πάντοτε διαπαιδαγωγούσαν τα παιδιά τους με το τρίπτυχο πατρίς, θρησκεία οικογένεια. Όχι βέβαια πως πίστευαν σε τέτοιες απαρχαιωμένες αντιλήψεις, ήξεραν όμως πολύ καλά, πως τέτοιες ιδέες, είναι τα θεμέλια μιας πειθαρχημένης κοινωνίας, και κρατάνε σταθερό το οικονομικό και πολιτικό σύστημα, που τους επέτρεπε να διατηρούν τις μεγάλες περιουσίες τους και να τις αυξάνουν.

-- Διαφήμιση --

Το ελληνοχριστιανικό κιτς της χούντας όμως, απαξίωσε τα επιχειρήματα που μπορούσαν, αν όχι να εμπνεύσουν, τουλάχιστον να πείσουν νέους ανθρώπους, για την αξία της εθνικοφροσύνης και της θρησκείας.
Ο πόλεμος του Βιετνάμ και το αντιπολεμικό κίνημα στην Αμερική,
ο Μάης του ‘68 στη Γαλλία, το Γούντσοκ, τα τραγούδια του Θοδωράκη,
ασκούσαν ισχυρότερη γοητεία στη νέα γενιά, που ένιωθε να ασφυκτιά με τις απαγορεύσεις και την ρητορική μιας άλλης εποχής.

Σε μια τέτοια οικογένεια γεννήθηκε και η Θάλεια. Πάντα χαιρόταν που δεν είχε τη μοίρα των ξαδελφάδων της, να πάρει το όνομα των γιαγιάδων της, Καλλιόπη η μια, Ευτέρπη η άλλη. Είχαν βγει τόσα κορίτσια στο σόι με αυτά τα ονόματα, που στο δεύτερο κορίτσι της δικής της οικογένειας, θυμήθηκαν το όνομα μια άτεκνης προγιαγιάς κι την ονόμασαν Θάλεια, όνομα που της άρεσε και της πήγαινε, έτσι όμορφη που ήταν, και με καλλιτεχνικές τάσεις. Οι γονείς συντηρητικοί και αυστηροί, της παρείχαν πολλά υλικά αγαθά, όμως απαιτούσαν από αυτή να είναι καλή μαθήτρια, να μάθει δύο ξένες γλώσσες και πιάνο, να είναι σεμνή και υπάκουη, και να μη διασύρει το καλό όνομα της οικογένειας.

-- Διαφήμιση --

Μέχρι τα 18 η Θάλεια, έξυπνη και μελετηρή, ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των γονιών, ήξερε μισοσυνειδητά, πως μια άκαιρη αντίδραση στα πολλά θέλω και πρέπει, πιθανότατα θα κετέστρεφε το μέλλον της, και θα της στερούσε τη δυνατότητα μέσα από τη μόρφωση και την επαγγελματική ανεξαρτησία, να ξεφύγει, από το γονικό έλεγχο. Ένας πρόωρος γάμος, ήταν συχνά η λύση για τα ατίθασα κορίτσια των καλών οικογενειών, τότε.

Για να μην είναι εντελώς άχαρη η ζωή της, στράφηκε στην τέχνη. Πήγαινε σε γκαλερί, σε μουσεία, στην Εθνική Πινακοθήκη, διάβαζε λογοτεχνία και ποίηση, πήγαινε στο θέατρο με μεγαλύτερες ξαδέλφες και σινεμά με τους γονείς της. Έμαθε κουτσά στραβά πιάνο, δεν είχε ταλέντο, όμως έτσι απέκτησε την αγάπη της για την κλασσική μουσική, και την όπερα.

Άριστη μαθήτρια, κατάφερε και πέρασε στο Μετσόβιο, που ήταν το όνειρο όλων των ταλαντούχων μαθητών της εποχής. Την πρώτη και τη δεύτερη χρονιά, αν και είχε πλέον μια σχετική ελευθερία και έβγαινε με παρέες -πρώτη φορά αγόρια και κορίτσια μαζί- φρόντισε να είναι η φοιτήτρια του πρώτου θρανίου, παρακολουθούσε καθημερινά τις παραδόσεις, πέρασε όλα τα μαθήματά της από τον Ιούνιο. Οι γονείς της, περήφανοι γι’ αυτήν, και σίγουροι πως είχε στέρεες ηθικές βάσεις, ξέσφιξαν τα λουριά, μέχρι που της επέτρεψαν να μείνει με μια συμφοιτήτριά της σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχαν στο κέντρο, για να είναι κοντά στη σχολή, η βίλα στην Κηφισιά βλέπεις, ήταν πολύ μακριά.

Όταν η Θάλεια ήταν τρίτο έτος, άρχισε η λεγόμενη φιλελευθεροποίηση της χούντας. Βιβλιοπωλεία άνοιξαν, απαγορευμένα μέχρι τότε βιβλία εκδόθηκαν, θεατρικές ομάδες δημιουργήθηκαν, κινηματογραφικές λέσχες έπαιζαν έργα που θεωρούνταν αριστερά, περιθωριακά, επαναστατικά.
Στις ταβέρνες ακούγονταν τραγούδια του Θοδωράκη, στα πάρτυ χόρευαν με τους Μπητλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς. Στο Πολυτεχνείο και τη Νομική άρχισαν συνελεύσεις και συγκεντρώσεις με αίτημα αρχικά, ελεύθερες φοιτητικές εκλογές, πολύ σύντομα έγινε αίτημα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Η Θάλεια γοητεύτηκε και παρακολουθούσε όλες τις εκδηλώσεις και τις συνελεύσεις, χαμένη μέσα στο πλήθος, χωρίς ποτέ να τολμήσει να πάρει το λόγο όπως έκαναν πολλοί, πιο τολμηροί συμφοιτητές της.
Οι πρωτεργάτες, πολλά κορίτσια ανάμεσά τους, διηγούνταν μετά στις ταβέρνες, με κάποια περηφάνια που κάλυπτε το φόβο, το κάλεσμα στην ασφάλεια, το ξύλο και τις απειλές.

Την τέταρτη χρονιά της Θάλειας στο πολυτεχνείο, άρχισαν να σοβαρεύουν τα πράγματα. Έγινε η κατάληψη της Νομικής και, μετά από χρόνια σκληρής καταπίεσης και απαγορεύσεων, είδαν οι Αθηναίοι, τους φοιτητές να διαδηλώνουν στους δρόμους της Αθήνας, κραυγάζοντας, Κάτω η Χούντα.

Η Θάλεια όπως πάντα, παρακολουθούσε και χειροκροτούσε χωρίς να παίρνει ενεργό ρόλο. Όμως παρέες συμφοιτητών της άρχισαν να την πλησιάζουν, να την καλούν σε συγκεντρώσεις στα φοιτητικά σπίτια, με συζητήσεις που κρατούσαν ως το πρωί. Της έδιναν βιβλία να διαβάσει, τη ρωτούσαν τη γνώμη της, και τέλος της πρότειναν να γίνει μέλος σε μια μικρή αριστερή οργάνωση. Ήταν πλέον ενεργό μέλος του κινήματος, και η ασφάλεια άρχισε να παρακολουθεί το σπίτι της, το μικρό διαμέρισμα των γονιών της στο κέντρο της Αθήνας, μια και είχε γίνει στέκι συναντήσεων, και παθιασμένων αντιπαραθέσεων. Οι γονείς της δεν είχαν πάρει χαμπάρι τις αλλαγές, με κάποιο τρόπο η Θάλεια κατάφερνε και περνούσε τα μαθήματα,μόνο  καναδυό της είχαν μείνει.
Και κάθε Κυροακή μεσημέρι ήταν εκεί, στο οικογενειακό γεύμα στην Κηφισιά.

Έτσι ξεκίνησε η τελευταία χρονιά, το ακαδημαϊκό έτος 1973-1974, χρονιά που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή της.
Μέχρι τότε η Θάλεια ζούσε σε δύο παράλληλους κόσμους. Καλή φοιτήτρια, σοβαρή για τα δεδομένα της εποχής, φορούσε ένα σεμνό μίνι, και κυρίως παντελόνια, πήγαινε σινεμά και ντισκοτέκ, αλλά όπως έλεγε στους γονείς της, γύρναγε σπίτι ως τα μεσάνυχτα.

Με τους φίλους της συζητούσε πολιτικά, συμμετείχε στη δραστηριότητα της οργάνωσης, που ήταν υποτονική, μιας και όλους τους είχε συνεπάρει το μαζικό ποτάμι της αντίστασης. Όπως τόσα αγόρια και κορίτσια της γενιάς της, η Θάλεια έπαιρνε μέρος, στις καθημερινές πια συνελεύσεις στο Πολυτεχνείο, όπου μια δυό φορές τόλμησε και μίλησε κιόλας δημόσια.

Και σύντομα ήρθε η μεγάλη στιγμή της εξέγερσης. Εκατοντάδες κλείστηκαν στο Μετσόβιο, όπως είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά στη Νομική, όμως γρήγορα φάνηκε πως η κατάσταση είχε αλλάξει και ο λαός της Αθήνας ξεπερνούσε τον φόβο και την αδράνεια πολλών χρόνων. Χιλιάδες συνέρρεαν στο Μετσόβιο, φοιτητές από όλες τις σχολές, μαθητές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, εργάτες. Στην Πατησίων μαζευόταν απλός κόσμος και έδειχνε τη συμπαράστασή του. Λεωφορεία σταματούσαν και έπαιρναν τις χειρόγραφες προκηρύξεις που μοίραζαν φοιτητές και φοιτήτριες. O ραδιοφωνικός σταθμός της κατάληψης ακουγόταν σε όλα τα σπίτια της Αθήνας. Η όλη κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο της χούντας. Δεν ήταν πια φοιτητική διαμαρτυρία, αλλά λαϊκή εξέγερση, ειρηνική προς το παρόν, αλλά επίφοβη.

Μέσα στο Πολυτεχνείο η Θάλεια είχε αναλάβει ενεργό ρόλο. Επιτροπή σίτισης και περιφρούρηση. Οι γονείς της είχαν μάθει εμβρόντητοι πως η ήσυχη και υπάκουη κόρη τους, ήταν κλεισμένη στο Πολυχνείο και φώναζε επαναστατικά συνθήματα. Ανήμποροι, πρώτη φορά στη ζωή τους να αντιδράσουν, περίμεναν πως όπου νάναι αυτό θα λήξει.

Τη νύχτα της Παρασκευής η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Ετοιμαζόταν η εκκένωση. Ξημερώνοντας το Σάββατο 17 Νοέμβρη, το τανκ έρριξε την καγκελόπορτα, και υπήρξαν οι πρώτοι νεκροί. Σε όλη την Αθήνα ακούγονταν οι τελευταίες σπαρακτικές εκκλήσεις από το ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου. Στις τρεις το πρωί, οι κυνηγημένοι φοιτητές βρίσκαν καταφύγιο στις γειτονικές πολυκατοικίες. Όσοι συλλαμβάνονταν στέλνονταν στην ασφάλεια και στα αστυνομικά τμήματα. Οι πιο άτυχοι στην ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Μέσα στον πανικό, η Θάλεια κατάφερε και βγήκε από μια πλαινή πόρτα. Πέρασε τη νύχτα σε μια γειτονική πολυκατοικία, και μετά άρχισα να κρύβεται σε σπίτια που θεωρούνταν ασφαλή από την οργάνωση, μια και ήξερε πως την ψάχνουν.

Εν τω μεταξύ έγινε το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, ενός μικρονοϊκού, σκληρού και υποταγμένου στα αμερικανικά συμφέροντα συνταγματάρχη. Έγινε αμνηστία και, όσοι είχαν συλληφθεί στο Πολυτεχνείο, βγήκαν από τις φυλακές.
Όσοι και όσες, από τους επώνυμους, δηλαδή γνωστούς στην ασφάλεια, είχαν γλυτώσει, ήταν στην παρανομία καταζητούμενοι.

Έως τον Φλεβάρη, η Θάλεια πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, ζώντας σαν φυλακισμένη, και με συνεχή φόβο. Στο τέλος έμαθαν το τελευταίο της κρησφύγετο, μπουκάραν σπάζοντας την πόρτα, και τη συλλάβανε.

 Όμως ο Ιωαννίδης δεν ήταν Παπαδόπουλος. Ανασφαλής, ανόητος, κοντόφθαλμος, σίγουρος πως όχι μόνο θα σωθεί αλλά και θα θριαμβεύσει χάρις στους αμερικάνους πάτρονές του, κυβερνούσε μόνο με το φόβο και την ωμή βία. Δεν είχε εμπιστοσύνη στην αστυνομία, μόνο στους δικούς του, τους Εσατζήδες.
Η Θάλεια και άλλες κοπέλλες και αγόρια που συνελήφθηκαν εκείνη τη φρικτή περίοδο, στάλθηκαν στα κολαστήρια της ΕΑΤ- ΕΣΑ. Εκεί νεαρά παιδιά, λούμπεν, αμόρφωτα, κομπλεξικά απέναντι στους ψηλομύτες τους σπουδαγμένους, μεθυσμένα από την εξουσία που απλόχερα τους δόθηκε, ανέλαβαν εν λευκώ το ρόλο του τιμωρού. Βασανιστήρια, ξύλο και φάλαγγα, δεν ήταν τίποτα, μπροστά στους εξευτελισμούς που καθημερινά εφευρίσκονταν.

Τη Θάλεια τη γύμνωσαν, και την περιγελούσαν. Εσύ μωρή πουτάνα ήθελες να σώσεις την Ελλάδα. Εμείς δεν πρόκειται να φύγουμε, θα είμαστε κυβέρνηση για πάντα, και θα σας γαμήσουμε όλους εσάς τους εξυπνάκηδες. Για λίγες μέρες ήταν μόνο λόγια. Μετά ένας νεαρός, άξεστος και σίγουρος για το δίκιο του, πιο τολμηρός από τους άλλους, την έριξε κάτω και τη βίασε μπροστά σε όλους. Από τότε άρχισαν οι καθημερινοί ομαδικοί βιασμοί.

Πέρασαν σχεδόν δυό μήνες και η Θάλεια ανακάλυψε πως ήταν έγκυος. Δεν ένιωθε πια τίποτα, ούτε φρίκη ούτε αγωνία, είχε κρυφτεί σε ένα βαθύτερο κομμάτι του εαυτού της, αποστασιοποιημένη από το σώμα της και όσα της συνέβαιναν. Ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη, ψυχρά και θάλεγες αδιάφορα, στον επί κεφαλής των βασανιστών.

Μη θέλοντας περιπλοκές και για να μη διαρρεύσει κάτι στον ξένο τύπο, αποφάσισαν να την ελευθερώσουν. Κάλεσαν τον πατέρα της να τη παραλάβει. Έλα να πάρεις την κόρη σου γκαστρωμένη, του είπαν με χαμόγελο.
Η Θάλεια το αρνήθηκε, δεν ήθελε οι γονείς της να νιώσουν αυτή την πίκρα. Κατάφερε με τη βοήθεια φίλων και συμφοιτητριών, και έκανε την έκτρωση, χωρίς να το αποκαλύψει στο οικογενειακό περιβάλλον.

Γρήγορα ήρθε και η πτώση της δικτατορίας, μετά την εθνική προδοσία στην Κύπρο. Προδοσία, που, τι ειρωνία, προήλθε από τους εθνικόφρονες στρατιωτικούς της νέας χούντας του Ιωαννίδη, που τους φούσκωσαν τα μυαλά, αμερικανικοί κύκλοι, πως η Κύπρος θα γίνει ελληνική. Το πραξικόπημα-οπερρέτα του ανδρείκελου των συμμάχων, ακροδεξιού και τουρκοφάγου Σαμψών, άνοιξε την πόρτα στον Ετσεβίτ και η Κύπρος διχοτομήθηκε.

Μετά τη μεταπολίτευση, η Θάλεια συνέχισε και τέλειωσε τη σχολή, πήρε με καλό βαθμό το δίπλωμα, και αμέσως μετά, συνεργάστηκε με μεγάλα τεχνικά γραφεία. Έκοψε τις παλιές παρέες και δεν είχε ενεργό πολιτική ανάμειξη. Για πολλά χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με άντρα. Εργασιομανής, έβρισκε διέξοδο στη δουλειά της. Δεν πήγε σε ψυχολόγο, ούτε συζήτησε τις εμπειρίες της με φίλες, ούτε καν με συγκρατούμενες. Ήξερε πως είχε χάσει τη δυνατότητα να κάνει παιδιά, μα το χειρότερο είχε χάσει τη δυνατότητα να ερωτευτεί. Δεν εμπιστευόταν κανένα, κρατιόταν με το ζόρι στην επιφάνεια, και ένιωθε πως από κάτω της, είναι μια απύθμενη άβυσσος, η άβυσσος της κατάθλιψης. Τις νύχτες σειρήνες, της ψιθύριζαν το γλυκό κάλεσμα του θανάτου. Μόνο η τέχνη την ανακούφιζε κάπως. Πήγαινε σινεμά, θέατρο, διάβαζε πολύ, αγόραζε πίνακες. Πετυχημένη στη δουλειά της, και με το μερίδιο από την οικογενειακή περιουσία, είχε μεγάλη οικονομική άνεση.

Μια 10ετία σχεδόν μετά, ένας συνομίληκός της αρχιτέκτονας, ο Κλείτος, ερωτεύτηκε παράφορα, τη γοητευτική μυστηριώδη γυναίκα, που την περιέβαλλε η αύρα της ηρωικής και άφοβης αντιστασιακής. Προσπάθησε να διαπεράσει το τείχος με το οποίο είχε θωρακιστεί τόσα χρόνια, για να μπορέσει να αντέξει.

Η Θάλεια σαν την ωραία κοιμωμένη, ξύπνησε από το φιλί του ιππότη που της άπλωνε το χέρι, να την βγάλει από τον σκοτεινό χωρίς αισθήματα κόσμο που είχε κλειστεί τόσα χρόνια. Συγκινήθηκε,με την αφοσίωση, την τρυφερότητα , την υπομονή, μα κυρίως από τη λαχτάρα στα μάτια του Κλείτου,το πάθος στο άγγιγμά του, και την αστείρευτη αγάπη του. Όμως όλα ήταν δύσκολα για την βασανισμένη γυναίκα. Χρειάστηκε πολύ καιρό για να μπορέσει να δει την ερωτική πράξη, σαν κάτι άλλο εκτός από εξευτελισμό και βία.

Με την ευφυία του ερωτευμένου, ο Κλείτος, έβρισκε κάθε φορά τις κατάλληλες αντιδράσεις, γινόταν ο επίμονος και παθιασμένος κατακτητής όταν έπρεπε, και υποχωρούσε όταν χρειαζόταν. Σιγά-σιγά δημιούργησε ρήγματα στην άρνησή της να συνδεθεί με άλλο ανθρώπινο πλάσμα.
Το σώμα της άρχισε να αφήνεται στην απόλαυση, γιατί το σώμα ποτέ δεν ξεχνάει τις αρχέγονες ανάγκες. Όμως η καρδιά της για πολύ καιρό, αρνούνταν να ανοίξει στην αγάπη, και το υποσυνείδητό της, μπλοκάριζε κάθε λογική αιτιολογία που δεχόταν το μυαλό της, πως μπορεί επιτέλους να νιώσει εμπιστοσύνη, να στηριχθεί σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα.

«Είχες κλειστεί σε ένα φρούριο με τρεις τάφρους και διπλά τείχη, που το φυλούσαν δράκοι ακοίμητοι», της έλεγε μετά από χρόνια ο Κλείτος. «Κι εγώ πάλευα κάθε μέρα με θεριά για να σε πλησιάσω».

Χρειάστηκε ακόμα πιο πολύ καιρό, χρόνια μετά την ευεργετική επίδραση της σχέσης της με τον Κλείτο, για να μπορέσει να μιλήσει σε κάποιον άλλον άνθρωπο για όσα της συνέβησαν, εκείνους τους δύο μήνες, στα 22 της χρόνια, να θρηνήσει στην αγκαλιά ενός αγαπημένου προσώπου, να μοιραστεί τον πόνο, τη θλίψη, τη ντροπή.

Όταν μεσήλικη πια, κατάφερε να μιλάει για όλα τα φρικτά που είχε βιώσει, με στενούς φίλους, αλλά και υπαινικτικά σε εκδηλώσεις που γίνονταν για τις γυναίκες στην αντιδικτατορική αντίσταση, πάντα κατέληγε μιλώντας με περιφρόνηση  για τους βασανιστές της.
Με ένα είδος περηφάνιας, αλλά και με το μέταλλο της εκδίκησης να χρωματίζει τη φωνή της, έλεγε: «Είναι αξιολύπητοι. Άνθρωποι που γίνονται δήμιοι και βιαστές, και χωρίς ενσυναίσθηση, μιλάνε στους γονείς των θυμάτων τους, όπως μίλησαν στον πατέρα μου, δεν μπορούν να νιώσουν κανένα από εκείνα τα αισθήματα που δίνουν νόημα στη ζωή. Δεν χαίρονται το άγγιγμα μιας γυναίκας, δεν μπορούν να κοιτάξουν κανένα χωρίς καχυποψία, δεν μπορούν να σφίξουν ένα παιδικό χέρι, να δουν τα αθώα μάτια του παιδιού τους να τους κοιτούν με εμπιστοσύνη. Νιώθουν αυτή την έλλειψη και είναι δυστυχισμένοι. Και αυτή είναι η τιμωρία τους. Θύτες και θύματα στον ίδιο κύκλο της κόλασης, σε ένα κενό αγάπης. Τα θύματα ίσως καταφέρουν να ξεφύγουν όπως εγώ. Γιατί μόνο η καλωσύνη σώζει».

ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΕΓΓΡΑΦΗ

-- Διαφήμιση --

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ
ΑΡΘΡΑ

Για την πολυσυζητημένη Ορέστεια (video)

Γράφει η Αγγέλικα Σαπουνά Σ’ όλες τις αρχαίες τραγωδίες τα...

Ο Κούντερα του Βασίλη

Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι το ιδανικό πρόσωπο για συνέντευξη...

Ο δικός μου Μπέργκμαν

Σαν σήμερα το 2007 έφυγε από τη ζωή ο...

Φρίντα Κάλο: Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα, ζωγράφισα τη δική μου πραγματικότητα

Της Ακριβής Κονιδάρη «Πρώτα την άκουσα να περνάει και έπειτα...
-- Διαφήμιση --