33.2 C
Galatsi
Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Ποιος έχει δίκιο;

Ημερομηνία:

-- Διαφήμιση --

Γράφει ο Γιώργος Δ. Μπέτης

Η καμπάνα του Αι Νικόλα που χτύπησε λυπητερά πρωί πρωί τάραξε την ησυχία του χωριού. Αργά και μονότονα επαναλάμβανε σχεδόν τον ίδιο ήχο και μετέφερε το κακό μαντάτο στους κατοίκους του: Κάποιος αποφάσισε να εγκαταλείψει το μάταιο τούτο κόσμο! Ποιος όμως; Ο καθένας έβαζε με το νου του τους συγχωριανούς που ήταν άρρωστοι ή και μεγάλοι σε ηλικία και λογικά θ’ αποχαιρετούσαν τον πάνω κόσμο. Δεν είχαν όμως μάθει πως κάποιος ασθένησε τον τελευταίο καιρό και οι γέροι τους ήταν σε καλή κατάσταση.

–           Λες, είπε η Φρόσω στη γειτόνισσά της τη Μαρίκα, η κουμπάρα σου η παπαδιά ν’ αποφάσισε να βρει τον παπά;
–           Τι λες τώρα! Αυτή; Εκατόν πενήντα θα φτάσει! Μη σου πω πως ξεκίνησε κιόλας να πίνει το κρασάκι της. Ενενήντα τεσσάρων έφτασε κι είναι ίδια, βρε παιδάκι μου! Ήμουν παιδάκι σχεδόν όταν έφυγε ο παπάς κι αυτή εξηντάρα. Δεν άλλαξε καθόλου! Ξανθιά, όπως ήταν, από το πρωί ως το βράδυ με το κρασάκι της να κάθεται στο πεζούλι της εξώπορτας, πότε μόνη της, πότε με τις φιλενάδες της, και να μην της ξεφεύγει τίποτα! Όλα τα νέα του χωριού και των περιχώρων τα μάθαινε! Ύστερα μία-μία τις ξεπροβόδησε όλες, αλλ’ αυτή εκεί‧ στο πεζούλι της εξώπορτας! Γεράσαμε κι εμείς, αλλά δε λέει να το κουνήσει. Δεν περπατάει, βέβαια, όπως πρώτα, αλλά το μυαλό της ξουράφι, βρε παιδάκι μου! Κανέναν άλλο σκέψου.

-- Διαφήμιση --

Δε χρειάστηκε να σκεφτούν πολύ κι ούτε να περιμένουν. Δυο νέοι, που περνούσαν έξω από την από την πόρτα τους, τους είπαν το νέο:
–           Δυστυχώς ο Μίμης ήταν που πέθανε! Για την ακρίβεια σκοτώθηκε, τους είπαν.
–           Μα πώς; Πού νέος άνθρωπος;
–           Στο κεραμοποιείο του Αχιλλέα! Μα πώς;
–           Πρώτη μέρα στη δουλειά!
–           Ανασφάλιστος; Βρε το φουκαρά τον Αχιλλέα!

Εδώ τώρα κρυβόταν ολόκληρη ιστορία. Βοσκός ήταν ο καημένος ο Μίμης στο κοπάδι του πατέρα του. Πατριαρχική η οικογένεια! Εκείνος είχε το γενικό πρόσταγμα κι αυτός κι ο αδερφός του ήταν πάντα πειθαρχικά του όργανα, αφού δεν είχαν και τη δυνατότητα να φύγουν από το μαντρί της φαμίλιας τους!
Αλλιώς όμως τα λογαριάζουν οι άνθρωποι κι αλλιώς τα φέρνει η ζωή. Κι αυτό το αλλιώς ήταν ο έρωτας του Μίμη για τη Λίτσα, μια όμορφη κοπέλα από το διπλανό χωριό. Είχε πια απολυθεί από φαντάρος και θεωρούσε πως μπορούσε πια να κάνει τη δική του οικογένεια.
Στα βοσκοτόπια συναντιόνταν με τη Λίτσα του και σχεδίαζαν τη μελλοντική τους ζωή, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και τις κακίες του κόσμου. Ήξεραν πως είναι φτωχοί, όπως όλοι σ’ εκείνα τα μέρη, αλλά υπολόγιζαν στην εργατικότητα και την αγάπη τους.

-- Διαφήμιση --

Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, που σ’ αυτή την περίπτωση ήταν ο πατέρας του, ο Ανδρέας. Κάποιος ρουφιάνος τον πληροφόρησε πως ο γιος του ξεμυάλισε τη Λίτσα κι εκείνος του το ξέκοψε.
–           Έμαθα, του είπε, πως τα έχεις με τη Λίτσα.
Εκείνος εκνευρίστηκε κι αντέδρασε με τρόπο που δεν άρεσε στο πατέρα του.
–           Πού είναι το κακό;

–           Το κακό είναι ότι ρεζιλεύεις το κορίτσι κι ότι αυτό δεν είναι σωστό! Δε μ’ αρέσει να γυρνάς με τη μια και με την άλλη και να κοροϊδεύεις τα κορίτσια του κόσμου.
–           Κι αν κι εκείνη θέλει να είναι μαζί μου; Είμαι μεγάλος πια, πατέρα! Και κάποια γυναίκα θα είναι δίπλα μου.
–           Πάντως όχι αυτή, γιατί δε μ’ αρέσει!

Κουβέντα στην κουβέντα τη χοντρύνανε τη συζήτηση και τελικά μαλώσανε! Ο Μίμης έφυγε από το σπίτι και προσπάθησε να ζήσει πια στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις, χωρίς να υπολογίζει στη βοήθεια της οικογένειάς του, αφού ο πατέρας του ήταν ανένδοτος κι ο Στράτος, ο μικρός του αδερφός, δεν τολμούσε να του φέρει αντίρρηση. Η μάνα του έκλαιγε κρυφά «για τη δυστυχία που τους βρήκε», αλλά δεν τολμούσε να διαφωνήσει με τον άντρα της!

Τι δουλειά να κάνει όμως; Ένας νέος που μεγάλωσε βόσκοντας πρόβατα τι θα μπορούσε να κάνει; Αδιέξοδο! Οικοδόμος ίσως; Φαινόταν εύκολη λύση και προσπάθησε να το δοκιμάσει. Όμως, παρά το ότι σωματικά ήταν γερός, δεν του ήταν εύκολο ν’ ακολουθήσει τους ρυθμούς των άλλων! Και δυσκολευόταν να κάνει γρήγορες κινήσεις, που οι άλλοι με την πείρα τους τις θεωρούσαν φυσιολογικές, και τον ζάλιζε το ύψος της οικοδομής, αν δούλευε πάνω από το δεύτερο όροφο κουβαλώντας ξύλα για τις σκαλωσιές.

Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισε να δουλέψει ως εργάτης στα λατομεία της περιοχής. Οι λατόμοι δούλευαν στα χωριά τους ακόμη χωρίς μεγάλα μηχανήματα σκαπτικά, σχεδόν αποκλειστικά με τα στοιχειώδη εργαλεία. Οικοτεχνία! Πρωτογονισμός, θα έλεγε κανείς σήμερα! Έσκαβε λοιπόν με τον κασμά, για να καθαρίσει από τα περιττά χώματα και μπάζα το μέρος, για να γίνει η εξόρυξη του μαρμάρου. Κι αυτό όμως θέλει τεχνική, αφού πρέπει το άνοιγμα στην κορυφή να είναι μεγαλύτερο από εκείνο της βάσης, για ν’ αποφεύγονται κατολισθήσεις χωμάτων που μπορεί να προκαλέσουν ατύχημα ή και δυστύχημα. Δυο φορές κινδύνεψε να σκοτωθεί από δική του αφηρημάδα.

Δούλεψε έξι σχεδόν μήνες στα λατομεία. Σκληρή κι επικίνδυνη δουλειά, μα το μεροκάματο ήταν ικανοποιητικό και μπορούσε πια  να κάνει το επόμενο βήμα και να παντρευτεί την καλή του. Προσπάθησε γι’ αυτό να ρίξει γέφυρες αρκετές φορές και ν’ αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον πατέρα του, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος! Τώρα τον κατηγορούσε και γιατί «παράτησε την οικογένεια»!

Υπάρχουν φορές που τα γεγονότα επιταχύνονται και δε ρωτούν καν τη δική σου θέληση και δυνατότητα, αφού δεν μπορείς να τα ελέγξεις ή να τ’ αλλάξεις. Ενώ, λοιπόν, ο Μίμης κι η Λίτσα λογάριαζαν πως ο χρόνος θα βοηθούσε το γέρο Αντρέα να σκεφτεί καλύτερα και να χωνέψει μια σχέση που του φαινόταν δύσπεπτη, ένα μικρό πλασματάκι που δημιουργούνταν κούνησε το δαχτυλάκι του κι ανέτρεψε τα πάντα! Η Λίτσα, λοιπόν, έμεινε έγκυος κι έπρεπε ο γάμος σύντομα να γίνει!

Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία ο Μίμης, παρουσιάστηκε ένα βράδυ στον πατέρα του. Εκείνος δεν τον υποδέχτηκε βέβαια με χαρές, αλλά παραδόξως ήταν ήρεμος και δεν είχε διάθεση για καυγά. Φαινόταν πως είχε λάβει τις αποφάσεις του.
–           Ξέρω γιατί ήρθες, του είπε. Προφανώς παντρεύεσαι. Για κάποιους λόγους που καθόλου δε μ’ ενδιαφέρουν. Γι’ αυτό και δε θα ’ρθω. Αν θέλουν οι άλλοι, ας έρθουν. Εγώ όμως όχι!

Τα είπε αυτά με την ηρεμία που έχουν οι αποφασισμένοι που γνωρίζουν πως μπορεί να προκαλέσει συμφορά μια πράξη τους, αλλά δεν έχουν διάθεση να την αλλάξουν όσο κι αν αυτό τους στοιχίσει. Ο Μίμης τον είχε ξαναδεί μια φορά σ’ αυτή την κατάσταση πριν πολλά χρόνια, όταν είχαν μαλώσει με τον άνδρα της αδερφής του για κτηματικές διαφορές. Εκείνος πέθανε, αλλά ο Ανδρέας ούτε στην κηδεία του δεν πήγε! Κατάλαβε λοιπόν τι αποφάσισε ο γέρος και ήξερε καλά πως κανένας από την οικογένεια δε θα πήγαινε! Δε θα τολμούσε!

Τον κοίταξε δακρυσμένος ίσα στα μάτια.
– Είσαι σκληρός! Του είπε. Εύχομαι να μην το μετανιώσεις.
Σηκώθηκε και γύρισε να φύγει. Από τη μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού δωματίου είδε, καθώς έβγαινε, τη μάνα του να κλαίει.
–           Καληνύχτα, μάνα! Είπε κι έφυγε φορτωμένος με θλίψη και παράπονο.

Είχε ξανοίξει ο καιρός κι είχαν ξεκινήσει κάποιες μικροδουλειές στις οικοδομές. Ο φίλος του ο Κώστας, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στην αρχή, χρειαζόταν ανθρώπους και του πρότεινε να δουλέψουν και πάλι μαζί.
–           Πιο εύκολη θα είναι τώρα η δουλειά και δε θα δουλεύουμε σε πολυώροφα κτίρια, αφού δεν υπάρχουν στα χωριά μας. Άλλο τότε που δουλεύαμε στην πόλη και χτίζαμε και πολυκατοικίες.

Τα μέτρησε τα πράματα ο Μίμης και συμφώνησε. Εξάλλου του παρουσιαζόταν τώρα η ευκαιρία να διαχειρίζεται το χρόνο του και να τακτοποιεί και τις εκκρεμότητές που ήταν ανάγκη να διευθετηθούν για το γάμο του. Θα μπορούσε έτσι να βοηθά και τη Λίτσα, που δυσκολευόταν να τα φέρει βόλτα λόγω της εγκυμοσύνης της. Ζήτησε μόνο μια μικρή πίστωση χρόνου, για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στο λατομείο που δούλευε τώρα.

Σε λίγες μέρες ξαναβρέθηκε στην οικοδομή, μ’ άλλον αέρα τώρα, αφού του φάνηκε πως βάδιζε σε γνώριμα μονοπάτια. Σαν να του άρεσε τώρα κι η δουλειά κι αντιμετώπισε πιο ψύχραιμα και τις φοβίες του. Με τον Κώστα τα πήγαιναν πολύ καλά και κράτησε η συνεργασία τους ως τα πρωτοβρόχια.

Η Λίτσα είχε πια βαρύνει και πλησίαζαν οι μέρες του τοκετού, ο οποίος δεν κόστιζε και λίγο. Ήταν, βέβαια, ασφαλισμένοι, αλλά αυτό δεν τους απάλλασσε καθόλου από τα έξοδα. Έτσι, όταν του πρότεινε ο Αχιλλέας να δουλέψει μόνιμα στη βιοτεχνία του που παρήγε τούβλα, δέχτηκε μ’ ευχαρίστηση, γιατί θα ήταν μόνιμη, ας πούμε, απασχόληση και πιο άνετη από την οικοδομή. Θα έπαιρνε μόνο τις τετράδες τα τούβλα όπως έβγαιναν από την πρέσα, απ’ όπου περνούσε ο πηλός για ν’ αποχτήσει το τελικό του σχήμα, και θα τα τοποθετούσε στον κυλιόμενο διάδρομο που τα πήγαινε στο καμίνι για να ψηθούν.

Υπολόγιζε πως θα ήταν εύκολα και βολικά, αλλά τελικά αποδείχτηκε φονική η κατάληξη! Γιατί τα μπουλόνια, που συγκρατούσαν τη σκάρα της εξόδου του πηλού, μην αντέχοντας την πίεση κόπηκαν! Ένα απ’ αυτά χτύπησε τον καημένο το Μίμη κατακέφαλα και τον έστειλε στον άλλο κόσμο. Το παιδί του δεν ήταν γραφτό να γνωρίσει τον πατέρα του κι η Λίτσα έπρεπε πια μόνη της να παλέψει.

Όπως είναι φυσικό, ο θρήνος απλώθηκε σ’ όλο τω χωριό και τα περίχωρα. Ο Αι Νικόλας κοιτούσε ασυγκίνητος και σοβαρός από την εικόνα του μια τη δύστυχη τη Λίτσα και μια τους γονείς και τον αδερφό του Μίμη, που κάτω από το βάρος των τύψεων, του πόνου και της θλίψης φαίνονταν κι εκείνοι διαλυμένοι.
Κάποια στιγμή που βρέθηκαν κοντά, εκείνη ξέσπασε:
–           Καμαρώστε τον τώρα! Είπε. Έτσι τον θέλατε κι έτσι έγινε.
–           Δεν ξέρεις τι λες, είπε ο Αντρέας!
–           Ξέρω πολύ καλά. Κι αν δε σας πετάω έξω από την εκκλησία, το κάνω γιατί εκείνος σας αγαπούσε! Αυτά. Τίποτ’ άλλο.

Σαν πέρασε η δύσκολη μέρα, προσπάθησε ο Αντρέας πια να συναντήσει τη νύφη του. Εκείνη  όμως του το ξέκοψε.
–           Το παιδί, όταν γεννηθεί με το καλό, θα μπορείτε να το βλέπετε. Αυτό θα ήθελε κι ο Μίμης. Άλλες όμως επαφές μαζί μου, δε θα έχετε. Ο Αχιλλέας είχε προλάβει να δηλώσει την πρόσληψη του Μίμη μου κι έτσι δε θα έχω ανάγκη προς το παρόν. Αλλά και να έχω, αυτό είναι κάτι που δε θα σας αφορά. Δε με θέλατε παντρεμένη με το γιο σας και θα με θέλετε χήρα;
–           Δεν είναι έτσι τα πράματα! Είπε ο Αντρέας.
–           Κάποια στιγμή, όταν μεγαλώσει και το παιδί, προσπάθησε να του εξηγήσεις. Μπορεί εκείνο να σε καταλάβει. Εγώ ούτε μπορώ ούτε θέλω ν’ ακούσω. Η ζωή θα δείξει ποιος έχει δίκιο.

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο

ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΕΓΓΡΑΦΗ

-- Διαφήμιση --

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ
ΑΡΘΡΑ

Ο δικός μου Μπέργκμαν

Σαν σήμερα το 2007 έφυγε από τη ζωή ο...

Φρίντα Κάλο: Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα, ζωγράφισα τη δική μου πραγματικότητα

Της Ακριβής Κονιδάρη «Πρώτα την άκουσα να περνάει και έπειτα...

Έφυγα για Παταγονία με μια Βυζαντινή πριγκίπισσα

Γράφει ο Αποστόλης Ραζής Νομίζω η παιδική ηλικία είναι εκείνη...

Ζωγράφιζε σαν ποιητής

Από ανάρτηση της Γιάννας Κούκα, δημοσιεύεται με την άδεια...
-- Διαφήμιση --