36 C
Galatsi
Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Πού παρκάρουν ανθρώπους;

Ημερομηνία:

-- Διαφήμιση --

Γράφει ο Γιώργος Δ. Μπέτης

Ο θάλαμος της παθολογικής κλινικής είχε τέσσερα κρεβάτια. Δύο δεξιά κι άλλα τόσα αριστερά στον εισερχόμενο. Ένας σχετικά μακρύς διάδρομος τα χώριζε ανά δύο και κενά μεταξύ των κλινών διευκόλυναν τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό κατά την επίσκεψή τους στους ασθενείς, οι οποίοι έπασχαν από ασθένειες σοβαρές που θα μπορούσαν εύκολα να  τους απαλλάξουν από τα βάσανα και τους καημούς του μάταιου τούτου κόσμου.

Με το που περνούσες την πόρτα, έπεφτες σχεδόν πάνω στο κρεβάτι του. Αλλά και σ’ όποιο και να κοιμόταν, ήταν αδύνατο να μην τον προσέξεις. Ψηλός, αδύνατος, με μαλλιά και γένια που θύμιζαν μορφές ασκητικές, σαν αυτές που ιστορούσαν οι αγιογράφοι της ύστερης βυζαντινής εποχής ή, καλύτερα, σαν τις φιγούρες του  Ελ Γκρέκο, ίσα που χωρούσε στο κρεβάτι. Ήσυχος, αφού σπάνια μιλούσε στους άλλους, κυρίως στις αδελφές που τον επισκέπτονταν καθημερινά για τη νοσηλεία του, σχεδόν κοιμόταν όλη τη μέρα, με κάποια διαλείμματα τις ώρες του συσσιτίου. Άλλωστε κανένας άλλος δεν τον επισκέπτονταν. Δεν είχε ο φουκαράς συγγενείς και φίλους!

-- Διαφήμιση --

Όταν ο διπλανός του εγκαταστάθηκε στο δικό του κρεβάτι, αντιλήφθηκε την παρουσία του. Εντυπωσιάστηκε κυρίως από τα μακριά του δάχτυλα και την παλάμη και τον καρπό του. Ένα χέρι σχεδόν υπερφυσικό, που χούφτωνε το κάγκελο του κρεβατιού του και το τραβούσε με δύναμη, αργά, για να γυρίσει στ’ αριστερό του πλευρό.  Αυτό και η όλη μορφή του τον παρακίνησαν να ρωτήσει την κυρία που τους έφερε το μεσημεριανό φαγητό.

– Ο διπλανός μου από τι πάσχει;
– Ο Μηνάς; Του είπε ψιθυριστά. Άστον αυτόν! Αυτός είναι δικός μας!
– Τι δικός σας;
– Αυτόν τον φορτωθήκαμε, του μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της, και παραμένει εδώ! Μη ρωτάς άλλα!

-- Διαφήμιση --

Αφού, λοιπόν, εκείνη του απαγόρευσε να «ρωτά άλλα», περιορίστηκε στο δικό του κρεβάτι και προσπάθησε να δει πώς θα βολευτεί με το νοσοκομειακό κομοδίνο, που έπρεπε να το χρησιμοποιεί ως τραπέζι, για να φάει. Πάσχισε να βολέψει κάπως τον ορό για να μην τον εμποδίζει και δοκίμασε λίγο από το φαγητό που του έφεραν. Πήρε την πρώτη μπουκιά μ’ επιφύλαξη, επειδή δεν περίμενε κάτι ιδιαίτερα εύγευστο και η δοκιμή δεν τον διέψευσε.

Ετοιμαζόταν να παρατήσει το πιάτο του όταν είδε τη χερούκλα του Μηνά, αυτή που πριν τραβούσε το κάγκελο του κρεβατιού, να κρατά μια τεράστια μπουκιά και να τη φέρνει στο στόμα του! Προσέχοντάς τον καλύτερα είδε πως το κρεβάτι, που ήταν ηλεκτρικό, είχε αισθητά ανυψωθεί, ως το ύψος του κομοδίνου. Έτσι μπορούσε να παίρνει και ν’ αφήνει το πιάτο, χωρίς να χρειάζεται βοήθεια συνοδού! Σε μερικά λεπτά είχε τελειώσει το φαγητό του!

Ξαναγύρισε στο δικό του πιάτο και ξαναπροσπάθησε! Δεν μπορούσε να φάει αυτό το φαγητό, αλλά δεν επιτρεπόταν να φάει και κάτι άλλο, αφού την άλλη μέρα έπρεπε να κάνει κάποιες εξετάσεις αίματος. Αποφάσισε, λοιπόν, να μείνει νηστικός! Γύρισε πλευρό και βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο.
Τον ξύπνησαν οι νοσοκόμες, για να του δώσουν τα φάρμακά του και να τον ρωτήσουν αν χρειαζόταν κάτι επιπλέον.
– Το απόγευμα θα σας πάρουν γι’ ακτινογραφία, του είπαν.

Τις ευχαρίστησε πήρε το μπουκάλι με το νερό για να πιει τα χάπια του και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Δεν τα κατάφερε, γιατί στο μεταξύ ήρθε ο νοσοκόμος ν’ αλλάξει και να πλύνει το Μηνά και, ενώ απαιτούν από τους συνοδούς και τους επισκέπτες ησυχία, για να ηρεμούν οι ασθενείς, αυτοί φωνασκούν διαρκώς, έχοντας τη νοοτροπία του ιδιοκτήτη που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στη δική του περιουσία! 

Ο νοσοκόμος, ένας σαρανταπεντάρης μετρίου αναστήματος και βάρους ξανθούλης κύριος, χαμογελαστός κι ευγενέστατος, πλησίασε το Μηνά που σχεδόν κοιμόταν.
– Να δούμε, Μηνά, αν χρειάζεσαι καθάρισμα και να πλυθούμε;
– Να δούμε, είπε εκείνος.

Τον γύρισε προσεχτικά και τον καθάρισε μ’ επιμέλεια, όπως κάνουν οι άνθρωποι στους δικούς τους σαν είναι κατάκοιτοι. Τον έπλυνε, του άλλαξε σεντόνια και ρούχα, του ευχήθηκε καλό απόγευμα πάντα χαμογελαστός και συνέχισε τη δουλειά του σ’ άλλους  θαλάμους κι ασθενείς που τον χρειάζονταν κι ο Μηνάς βυθίστηκε και πάλι. Κοιμόταν; Δεν ήθελε να μετέχει σ’ όλο αυτό που γινόταν στο νοσοκομείο; Ποιος ξέρει;

Μια μέρα η κυρία Ευγενία, η τραπεζοκόμος, αφού του έφερε το φαγητό και τον βοήθησε να το ανοίξει, του έβαλε τις φωνές, γιατί του έπεσαν μερικά ψίχουλα πάνω στο σεντόνι του.
– Μα δεν προσέχεις καθόλου; Του είπε. Δε βλέπεις που λερώθηκες;

Και μιλούσε δυνατά, με θυμό. Κι ο Μηνάς δάκρυσε και δεν μπορούσε να σταματήσει το βουβό κλάμα.
– Γιατί του μιλάτε έτσι; Της είπε ο διπλανός του. Νομίζετε πως μπορεί και δε θέλει; Δεν είναι σωστό να τον στενοχωρείτε.
– Δεν το έκανα για να τον στενοχωρήσω. Για καλό το είπα, για να μην είναι βρόμικος! Απολογήθηκε εκείνη και ζήτησε συγγνώμη.

Δυο μέρες αργότερα, συζητώντας μαζί της χαλαρά διαπίστωσε πως κι αυτή είχε τα δικά της προβλήματα κι εμμονές. Ζούσε μόνη κι είχε πρόσφατα χάσει τη μητέρα της, τον τελευταίο στενό συγγενή  που της είχε απομείνει. Κουβαλούσε, λοιπόν, τις δικές της τύψεις για το αν και κατά πόσο τη βοήθησε όσο έπρεπε και τις δικές της ανασφάλειες για τη ζωή της από τώρα στο εξής.

Ο Μηνάς εξάλλου βρήκε ένα στήριγμα για λίγες μέρες κι άλλαξε η συμπεριφορά του για λίγο. Κλεινόταν λιγότερο στον εαυτό του κι άρχισε να μιλάει περισσότερο. Δεν ήταν πια αυτό που φαινόταν στην αρχή μια γραφική αμίλητη φιγούρα, αλλά ένας άνθρωπος με πολλά αισθήματα και προβλήματα, που τον έφερναν σ’ ένα τούνελ χωρίς έξοδο! Κι αυτή την έξοδο έψαχνε μήνες τώρα ανεπιτυχώς να βρει.

– Είχα ένα κατάστημα ξυλογλυπτικής εδώ στην πόλη, είπε. Σκάλιζα έπιπλα χειροποίητα ή κορνίζες και κυρίως γλυπτό διάκοσμο διαφόρων ιερών σκευών και ναών. Ήταν μια δουλειά που ήθελε ταλέντο, υπομονή και μεράκι. Κι επειδή, όσο τα χρόνια περνούν, τόσο γινόμαστε λιγότεροι όσοι ξέρουμε αυτή την τέχνη, έβγαζα αρκετά χρήματα. Φαίνεται όμως πως δεν την πολυπρόσεχα τη ζωή μου κι αυτό το πλήρωσα στο τέλος. Δούλευα πολύ κι έμεινα τελικά μόνος! Δεν έκανα οικογένεια, δεν έμενα σ’ ένα μέρος, αφού γύριζα όλη τη χώρα και δούλευα σ’ εκκλησίες κι εξωκλήσια. Έτσι έμεινα μόνος, χωρίς φίλους! Σαν ήμουν νέος, μου έφταναν οι γνωστοί.

– Σπίτι δεν έχεις; Τον ρώτησε ο διπλανός του.
– Και βέβαια έχω! Δύο σπίτια! Και στην πόλη και στο χωριό μου! Πώς να πάω όμως; Όταν, πριν περίπου είκοσι μήνες, στα εβδομήντα μου, έπαθα το εγκεφαλικό, ζορίστηκα πολύ, αλλά χάρηκα που μπορούσα να μιλώ και να δουλεύει το μυαλό μου. Μετά ήρθαν τα δύσκολα, σαν κατάλαβα πως το δεξί μου πόδι και τ’ αριστερό χέρι μου είχαν παραλύσει!  Κι είμαι τόσον καιρό εδώ, κατάκοιτος με το μέλλον αόρατο, όπως λένε, ή μάλλον δυσοίωνο. Με φροντίζουν, βέβαια, οι άνθρωποι εδώ, δεν είμαι αγνώμονας, αλλά κι αυτοί έχουν βαρεθεί να με βλέπουν!

– Και τι σκέφτεσαι να κάνεις;
– Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι, γιατί ούτε ξέρω αν υπάρχει ένα ίδρυμα αποκατάστασης αναπήρων, αλλά, κι αν υπάρχει, δεν έχω τόσα χρήματα για να με αναλάβουν. Έτσι παραμένω εδώ παρκαρισμένος, σαν τα παλιά αυτοκίνητα, που τα συσσωρεύουν στις διάφορες μάντρες γι’ ανακύκλωση! Μόνο που δεν είμαι αυτοκίνητο, αλλά άνθρωπος! Πολίτης που θα έπρεπε το κράτος μου να έχει τη δυνατότητα να με περιθάλψει κι όχι να με παρκάρει!

Ήταν ήδη εκνευρισμένος με την κατάστασή του και πολύ στενοχωρημένος. Προσπαθούσε να επιμερίσει τις ευθύνες, ποιες ήταν οι δικές του και ποιες των άλλων. Ποιος ήξερε αν είχε συνέλθει τόσο, ώστε να μπορεί να μπει σε ίδρυμα αποκατάστασης; Ο ίδιος δεν τον ρώτησε. Ίσως γιατί θεωρούσε πως δεν είχε βελτίωση. Σταμάτησε λοιπόν να μιλά και κλείστηκε πάλι στον εαυτό του.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΕΓΓΡΑΦΗ

-- Διαφήμιση --

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ
ΑΡΘΡΑ

Για την πολυσυζητημένη Ορέστεια (video)

Γράφει η Αγγέλικα Σαπουνά Σ’ όλες τις αρχαίες τραγωδίες τα...

Ο Κούντερα του Βασίλη

Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι το ιδανικό πρόσωπο για συνέντευξη...

Ο δικός μου Μπέργκμαν

Σαν σήμερα το 2007 έφυγε από τη ζωή ο...

Φρίντα Κάλο: Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα, ζωγράφισα τη δική μου πραγματικότητα

Της Ακριβής Κονιδάρη «Πρώτα την άκουσα να περνάει και έπειτα...
-- Διαφήμιση --