28.4 C
Galatsi
Σάββατο, 22 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Αναπάντεχη συνάντηση

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Ένα διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη.

    Το λεωφορείο ανέβαινε αγκομαχώντας την ανηφορική λεωφόρο, μαζί μ’ εκατοντάδες άλλα αυτοκίνητα που προπορεύονταν ή ακολουθούσαν και πλημμύριζαν το δρόμο. Τα τροχοφόρα συχνά σταματούσαν είτε εξαιτίας της αδυναμίας του οδοστρώματος να χωρέσει τόσον όγκο είτε λόγω των φαναριών που ρύθμιζαν την κίνηση κι ήταν υποχρεωμένα να  δίνουν συχνά προτεραιότητα και στ’ άλλα στενά, που διακλαδίζονταν με την ανηφορική κεντρική οδό. Δε συνέβαινε, βέβαια, πάντα αυτό το μποτιλιάρισμα· μόνο τις «ώρες αιχμής», όταν οι εργαζόμενοι πήγαιναν στους χώρους δουλειάς ή γυρνούσαν απ’ αυτούς.

    Ανέβαινε, λοιπόν, την ανηφόρα σαν τον ασθματικό που συχνά στέκεται και κοντανασαίνει, βγάζοντας σύννεφο καπνού κάθε φορά που ο οδηγός μαρσάριζε για να ξεκινήσει. Τριγύρω του άλλα ιδιωτικής χρήσης επιβατηγά αυτοκίνητα συνέχιζαν τη δική τους πορεία προσπαθώντας να επιταχύνουν κάνοντας σφήνες, όπως ακριβώς το νερό του ποταμού προσπαθεί να παρακάμψει τα βράχια και τ’  άλλα εμπόδια της κοίτης. Υποχρεώνονταν λοιπόν το λεωφορείο σ’ επιπλέον φρεναρίσματα, για ν’ αποφύγει τη σύγκρουση, αφού λόγω του μεγέθους του δεν μπορούσε κι αυτό να κάνει ελιγμούς!

    -- Διαφήμιση --

    Ήταν απ’ αυτά που ονομάζουμε αρθρωτά λεωφορεία. Ουσιαστικά ένα βαγόνι με μηχανή έσερνε ακόμη ένα με τέτοιο τρόπο, ώστε τα δυο τους ν’ αποτελούν έναν ενιαίο χώρο και να μπορούν οι επιβάτες να κινούνται χωρίς εμπόδια από  το ένα στο άλλο, ακόμα κι όταν έστριβε.

    Μπορούν! Μια κουβέντα είναι! Θα συνέβαινε, ασφαλώς, κάτι τέτοιο αν το όχημα ήταν άδειο! Όμως τώρα τα πράματα ήταν διαφορετικά. Το λεωφορείο δεν ήταν απλά γεμάτο· οι επιβάτες ήταν ο ένας δίπλα στον άλλο σαν ψάρια παστωμένα και προσπαθούσαν, όσοι δεν είχαν την τύχη να βρουν κάθισμα, να κρατηθούν άλλοι από τις ειδικές χειρολαβές  ήταν κι άλλοι από τα καθίσματα που βρίσκονταν στο πλάι τους ή τις σιδερένιες κολόνες του αυτοκινήτου. Υπήρχαν ασφαλώς και μερικοί που δεν κρατιόντουσαν καν! Επειδή δεν έφταναν για να στηριχτούν κάπου, στηρίζονταν απ’ ανάγκη στους άλλους επιβάτες κάθε φορά που το όχημα ξεκινούσε ή σταματούσε. Σε περίπτωση,  βέβαια, απότομου φρεναρίσματος έπεφταν με δύναμη στους μπροστινούς τους προκαλώντας την εύλογη δυσαρέσκειά τους.

    -- Διαφήμιση --

    Σήμερα όμως αυτός στάθηκε τυχερός. Σίγουρα τον βοήθησε και το γεγονός ότι επιβιβάστηκε στην αφετηρία του λεωφορείου. Ωστόσο λίγο τα άσπρα του μαλλιά και τα εβδομήντα πέντε του χρόνια, λίγο τα παραπανήσια του κιλά κι η κάπως συμπαθητική φάτσα του έκαναν τους νεότερους να μην προσπαθήσουν απεγνωσμένα να του πάρουν τη θέση. Έτσι βρέθηκε καθισμένος σ’ ένα σχετικά άνετο κάθισμα δίπλα ακριβώς στο διάδρομο. Μάλιστα μετά από λίγο κατάφερε να βγάλει και την εφημερίδα του και να προσπαθήσει να διαβάσει. Την είχε βέβαια χιλιοδιπλωμένη για να μην ενοχλεί το διπλανό του και τους όρθιους. Φόρεσε λοιπόν τα πρεσβυωπικά γυαλιά του και δοκίμασε να δει τα νέα της μέρας.

    Πέρασε αρκετή ώρα έτσι στρυμωγμένος να προσπαθεί να διαβάσει χωρίς να ενοχλεί και να χάσει τα γυαλιά του ξεφυσώντας συχνά από αγανάχτηση. Απαράδεκτη κατάσταση! Σκέφτηκε. Είναι δυνατόν να μη μπορεί ο εργαζόμενος να πηγαινοέρχεται στη δουλειά του; Και μετά παραπονούμαστε γιατί παίρνουν τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα!

    Ξαφνικά πάνω απ’ τα γυαλιά του την είδε. Ήταν μια κυρία περίπου της ηλικίας του, όπως μπορούσε να υποθέσει καθώς την έβλεπε από πίσω και δεν ήταν δυνατό να δει το πρόσωπό της. Ήταν ψηλή και, όπως κρατούσε δυο σακούλες του σούπερ μάρκετ, μη μπορώντας να βασταχτεί από πουθενά και μην αντέχοντας το βάρος όσων κουβαλούσε, υποχρεωνόταν να σκύβει για ν’ ακουμπούν οι σακούλες στο πάτωμα του λεωφορείου. Αυτό όμως είχε αποτέλεσμα να πέφτει πάνω στους άλλους κάθε φορά που το αυτοκίνητο, έστριβε, φρενάριζε ή ξεκινούσε! Έτσι, όπως πηγαινοερχόταν σα ζωντανό εκκρεμές, σ’ άλλη περίπτωση ίσως να του φαινόταν κωμικό και  να γελούσε. Τώρα όμως τη λυπήθηκε κι αγανάκτησε με την κατάσταση. Ντράπηκε μάλιστα που κανείς δε σηκώθηκε να της προσφέρει θέση. Δίπλωσε αποφασιστικά την εφημερίδα, έβαλε στην τσέπη του σακακιού του τα γυαλιά και τη σκούντησε ελαφρά, για να της προτείνει να καθίσει.

    • Ελάτε! Πήγε να πει, αλλά δεν πρόλαβε! Μόλις εκείνη γύρισε και συναντήθηκαν τα βλέμματά τους έμεινε αποσβολωμένος!
    • Θάνο, είπε εκείνη. Πόσα χρόνια! Ω! πόσα χρόνια! Τι κάνεις; Με θυμάσαι;

    Είχε παγώσει.

    Αν τη θυμόταν! Παρά τα λίγα παραπάνω κιλά και τη σχετική κύφωση που της δώρισαν τα χρόνια, το πρόσωπό της ήταν ολόιδιο! Κι αυτά τα μάτια! Εξακολουθούσαν, παρά τις ρυτίδες, να μαγεύουν, όπως τότε που ήταν κι οι δυο νέοι στο πανεπιστήμιο! Όλοι τότε ζήλευαν την αγάπη τους. Φίλοι και συμφοιτητές συχνά τους είχαν σαν παράδειγμα ταιριαστού ζευγαριού!

    Η ζωή όμως αλλιώς τα ’φερε· αυτός πήγε φαντάρος, εκείνη έπιασε δουλειά και μετά από λίγο χάθηκαν! Πληγώθηκε πάρα πολύ εκείνος· τόσο, που αρνήθηκε και να ψάξει να τη βρει! Κατάπιε την πίκρα του και συνέχισε συμβατικά τη ζωή του, όπως σχεδόν όλοι οι άλλοι· παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, έκανε μαζί της ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, αυτά που τώρα είναι παντρεμένα και του χάρισαν τα τέσσερα εγγόνια του. Ύστερα ήρθαν οι δύσκολες μέρες: Η γυναίκα του  αρρώστησε βαριά και ταλαιπωρήθηκε από τον καρκίνο γι’ αρκετά χρόνια, ώσπου τον άφησε μόνο του, μάνα και πατέρα στα παιδιά του. Εκείνα μεγάλωσαν, σπούδασαν, έκαναν τις δικές τους οικογένειες κι άνοιξαν τα δικά τους σπίτια. Παρόλο που φορτικά του ζήτησαν να ακολουθήσει όποιο απ’ τα δυο παιδιά του ήθελε, εκείνος το αρνήθηκε. Δεν ήθελε να τους γίνει βάρος!

    Και βέβαια σε θυμάμαι! Είπε, όταν ύστερα από λίγο συνήλθε από την έκπληξη. Είναι δυνατό να ξεχάσω τη ζωή μου; Δεν έχω ξεκουτιάνει πια τόσο πολύ! Έλα, κάθισε! Είπε κι έκανε να σηκωθεί.

    Δε χρειάστηκε όμως. Ο νεαρός που καθόταν δίπλα του σηκώθηκε αμέσως.

    Καλύτερα να σηκωθώ εγώ, τους είπε και προσπάθησε να βγει στο διάδρομο. Άλλωστε σε δυο στάσεις κατεβαίνω.

    Εκείνοι δεν αρνήθηκαν την προσφορά του κι έτσι σε λίγο βρέθηκαν να κάθονται στο ίδιο κάθισμα όπως τα παλιά καλά χρόνια.

    • Λοιπόν, είπε εκείνη σφίγγοντάς του  δυνατά το χέρι, όπως το συνήθιζε πάντα. Τι κάνεις; Για πες μου: Πώς είναι η ζωή σου; Έχω ένα κενό δε νομίζεις; Πρόσθεσε χαμηλόφωνα.
    • Εγώ δεν έχω; Της απάντησε μ’ ερώτηση το ίδιο χαμηλόφωνα. Πώς όμως να γεμίσουμε τα κενά μας κατά τη διάρκεια ενός δρομολογίου αστικού λεωφορείου;
    • Παντρεύτηκες; Έκανες οικογένεια; Άλλαξε θέμα.
    • Και παντρεύτηκα και οικογένεια έκανα και χήρεψα… απάντησε δήθεν βαριεστημένα. Εσύ;
    • Όχι. Του απάντησε.
    • Τι όχι;
    • Όχι θα πει ότι δεν έκανα οικογένεια!
    • Και τότε, διάολε; Είπε σχεδόν φωνάζοντας.
    • Δεν είναι ωραίο μετά από τόσα χρόνια που βρεθήκαμε να μαλώσουμε μπροστά σε τόσο κόσμο! Του είπε σχεδόν ψιθυριστά. Θέλεις να βρεθούμε μια άλλη στιγμή να τα πούμε;

      Αν ήθελε! Αντάλλαξαν τηλέφωνα, συμφώνησαν να βρεθούν την άλλη μέρα και σε λίγο εκείνη κατέβηκε, ενώ αυτός θα συνέχισε προς το τέρμα, παρέα με τις παμπάλαιες απορίες και τα ερωτηματικά του. Τι έφταιξε κι ήρθαν τα πάντα έτσι ανάποδα; Πώς τούμπαρε έτσι η ζωή του; Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε προσπαθώντας να κάνει υποθέσεις και να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα βασικά γι’ αυτόν και τη ζωή του. Τι θα του πει άραγε; Δεν του άρεσε καθόλου που την είδε έτσι άνετη να τον ρωτάει τι κάνει!

    Χρόνια πέρασαν μέχρι που να ’ρθει η επόμενη μέρα! Χρόνια πολλά κι οδυνηρά! Ξανάζησε στιγμή-στιγμή το χωρισμό τους, την αγωνία στο στρατό μέχρι που να πάρει γράμμα της, τις ανυπόφορες ώρες της σκοπιάς, όταν προσπαθούσε να μαντέψει αυτό που και τώρα ακόμα δεν ξέρει, αλλά που πια έχει πάψει να το ψάχνει, την αιτία του χωρισμού τους.

    Κάποτε ξημέρωσε! Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του, έκανε γρήγορα ένα μπάνιο, ήπιε τον πρωινό καφέ του, πήρε τα χάπια του για την πίεση και άνοιξε τη ντουλάπα, για να δει τι θα φορέσει.

    Για κοίτα που κάνεις, φουκαρά μου, σαν παιδαρέλι γέρος άνθρωπος! Είπε, απευθυνόμενος στον εαυτό του μόλις τον αντίκρισε στον καθρέφτη! Μα, καημένε μου, από τις έξι το πρωί στολίζεσαι; Αυτή ακόμη κοιμάται!

    Δεν κοιμόταν όμως, γιατί σε λίγο χτύπησε το τηλέφωνό του.

    • Κοιμάσαι, παππούλη; Του είπε μ’ εκείνο το παιδιάστικο ύφος που κι άλλοτε τον τρέλαινε. 
    • Σε ποιον μιλάτε, κυρία μου; Είπε προσπαθώντας να παραλλάξει τη φωνή του.
    • Σ’ ένα γέροντα που παιδιαρίζει! Του απάντησε ξεκαρδισμένη απ’ τα γέλια, επειδή ήξερε πως έχει πια το πάνω χέρι.
    • Δε μου λες, πέρασε εκείνος στην επίθεση για να ξεφύγει από τ’ αδιέξοδο. Θα συναντηθούμε σήμερα ή θα τη βγάλουμε έτσι στο τηλέφωνο σα δωδεκάχρονα;
    • Μα και βέβαια θα συναντηθούμε! Μάλιστα σκέφτηκα να βρεθούμε στο σπίτι μου! Αντεπιτέθηκε εκείνη!
    • Σπίτι σου!
    • Βέβαια! Τι φοβάσαι; Μη σε κακολογήσουν ή μη σε βιάσω; Τον ρώτησε περιπαικτικά.
    • Καλά! Καλά! Μη το πολυβασανίζουμε! Δος μου τη διεύθυνση!

     Πότε ντύθηκε, πότε βρήκε ταξί ούτε που το κατάλαβε! Σχεδόν αμέσως βρέθηκε έξω από την πόρτα της να της χτυπά το κουδούνι!

    Την είδε να στέκεται στην πόρτα του διαμερίσματός της και να τον περιμένει μ’ εκείνο το θριαμβευτικό ύφος που πάντα τον εκνεύριζε και που τον έκανε πολλές φορές εκείνα τα χρόνια τα παλιά να το βάζει στα πόδια!

    • Καλωσόρισες  στο σπίτι μας! Του είπε και παραμέρισε να περάσει.

    Εκείνος προχώρησε αμήχανος κι έκανε πως δεν κατάλαβε τον πληθυντικό. Όταν όμως μπήκε στο διαμέρισμα είδε στο χολ μια φωτογραφία του των φοιτητικών χρόνων!

    Διάολε! Σκέφτηκε! Λες να ’χει σαλτάρει! Μήπως γι’ αυτό εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά; Προτίμησε, τελικά, να το ρίξει στην πλάκα.

    • Καλός ο νέος, αλλά κι αυτός θα γεράσει! Της είπε. 
    • Μπα! Δε νομίζω! Μια ζωή έτσι είναι!

    Έκανε πως δεν κατάλαβε τη συνέχεια του συλλογισμού της και προχώρησε προς το εσωτερικό του σπιτιού της. Ήταν ένα μικρό περιποιημένο δυαράκι στον τρίτο όροφο μιας σχετικά άνετης πολυκατοικίας πρόσφατα ανακαινισμένης.

    • Κάθισε, του είπε μόλις έφτασε στο σαλονάκι.
    • Πώς σου φαίνεται;
    • Το ποιο;
    • Το σπίτι μας.
    • Το σπίτι ποιων;
    • Α! σου κάνει εντύπωση ο πληθυντικός, ε; Καλά έτσι το λέω, για να αισθάνομαι καλύτερα και να μη νιώθω μοναξιά. Μη φοβάσαι! Δεν το ’χω χάσει! Απλά προσπαθώ με κάποιες ψευδαισθήσεις να ξεπεράσω τα δικά μου αδιέξοδα. Μη δίνεις σημασία!
    • Καλά, σοβαρολογείς; Με φέρνεις σ’ ένα σπίτι δικό σου, που το γέμισες με φωτογραφίες του παρελθόντος μας και μου λες πως είσαι καλά και να μη δίνω σημασία; Κι εγώ τι ρόλο παίζω σ’ όλο τούτο το παραμύθι;
    • Καλά! Μην ανησυχείς, αγόρι μου! Να δεις που όλα θα εξηγηθούν και θα μπουν στη θέση τους! Του είπε και η βεβαιότητά της τον τρόμαξε.
    • Να σου φέρω καφέ;

    Της έκανε «ναι» με το κεφάλι.

    • Σκέτο, όπως πάντα;
    • Ναι!

    Όσο εκείνη ετοίμαζε τον καφέ αυτός περιεργαζόταν το παρελθόν του, όπως ήταν αραδιασμένο στους τοίχους του σαλονιού. Όταν, μετά από λίγο, εκείνη γύρισε με τον καφέ,        

    • Χαλάρωσε, του είπε. Δε θέλω να σε χάσω τώρα που σε βρήκα!
    • Τότε, γιατί μ’ έχασες; Της απάντησε έτοιμος να φουρκιστεί.
    • Άλλο τότε!
    • Για κάτσε! Της είπε σχεδόν απειλητικά! Εξαφανίζεσαι, μου κάνεις τη ζωή μου σκατά, παρά λίγο να με στείλεις στο τρελάδικο κι όταν σε ρωτώ «γιατί;» μου λες «Άλλο τότε»! Είναι λογικά αυτά;  
    • Αγόρι μου! Του είπε δακρυσμένη. Αγόρι μου! Καταρχήν πρέπει να πω ένα ευχαριστώ στην τύχη μου που σ’ έφερε τώρα κοντά μου, είπε τονίζοντας μια-μια τις συλλαβές της λέξης «τώρα». Γιατί, αν βρισκόμασταν νωρίτερα, τα πράματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Τώρα είμαστε κι οι δυο ελεύθεροι και μπορούμε από άλλη βάση να μιλάμε. Μπορώ, λοιπόν, τώρα να σου δώσω τις εξηγήσεις που ζητούσες:

    Καταρχήν, όπως ίσως διαπίστωσες, για μένα δεν έλειψες ποτέ κι ήσουν πάντα δίπλα μου! Σ’ αγάπησα όσο κανένας και σ’ αγαπώ ακόμη! Ποτέ δε σκέφτηκα ούτε ήθελα να πάθεις κακό!

    • Τότε γιατί με βασάνισες; Της είπε αγανακτισμένος.
    • Αγόρι μου! Ποτέ δε σκέφτηκα να σου κάνω κακό! Επανέλαβε. Πάντα το καλό σου ήθελα και γι’ αυτό πάλευα!

    -Τότε γιατί δε μου είπες ότι «φεύγω γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο», αλλά μ’ άφησες να ζω στο σκοτάδι, την αβεβαιότητα και την αγωνία; Άρχισε να φωνάζει εκείνος και οι φλέβες του λαιμού του σχεδόν πετάχτηκαν.

    • Άκου με, λοιπόν! Του είπε. Θυμάσαι πότε κατατάχτηκες στο στρατό;
    • Τι με ρωτάς τώρα; Της απάντησε.

    Ήθελε να της πει πως είναι σαν να ρωτά κανείς μια γυναίκα πότε γέννησε το πρώτο της παιδί, αλλά θυμήθηκε πως εκείνη δεν είχε παιδί και συγκρατήθηκε.

    -Λοιπόν, αγόρι μου, δέκα μέρες μετά έγιναν πράματα σημαντικά, που δεν τα ξέρεις και που άλλαξαν τη ζωή μας! Δέκα μέρες μετά διαπίστωσα ότι ήμουν έγκυος! Μόνη  μου πήγα στο γιατρό και πληροφορήθηκα ότι πράγματι κουβαλούσα ένα μωράκι στα σπλάχνα μου κι έπρεπε μόνη μου ν’ αντιμετωπίσω την κατάσταση και να λύσω το πρόβλημα, είπε τονίζοντας εμφατικά το «μόνη μου».

    • Εσύ δεν μπορούσες να βοηθήσεις, αφού για δυο ακόμη χρόνια θα υπηρετούσες στο στρατό! Αν έλεγα στους γονείς μου κάτι, τα πράματα θα ήταν ακόμη χειρότερα! Αποφάσισα, τέλος, ν’ απαλλαγώ από την εγκυμοσύνη αυτή! Κι αφού με τα χάπια δε γινόταν τίποτα, σκέφτηκα την έκτρωση! Μάζεψα από κάτι φίλους λίγα λεφτά και το αποτόλμησα. Μη μου πεις ποιος μου τα ’δωσε, γιατί δε θα σου πω. Η ευθύνη ήταν αποκλειστικά δική μου. Εγώ διάλεξα το γιατρό, εγώ υπόφερα τους φοβερούς πόνους στο σφαγείο του, εγώ πλήρωσα το κόστος των δικών του και των δικών μου λαθών! Διότι μετά από λίγο καιρό έμαθα πως δε θα μπορούσα πια να γίνω μητέρα! Εγώ ήμουν υπεύθυνη για την όλη κατάσταση, εγώ έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες!
    • Και δε σκέφτηκες να με ενημερώσεις τουλάχιστο; Είπε κι έγινε κατακόκκινος απ’ το θυμό και την αγανάκτησή του.  
    • Ηρέμησε, αγόρι μου! Μην ξεχνάς ότι αυτά έγιναν πριν σαράντα χρόνια!
    • Τι μου λες τώρα; Πριν σαράντα χρόνια σημαδεύτηκε η ζωή μου κι εγώ μόλις τώρα το μαθαίνω και πρέπει να σου πω κι ευχαριστώ;
    • Αιώνιοι άντρες! Στο παιχνίδι αυτό, αγόρι μου, Παίζαμε μαζί. Βεβαίως εγώ ανέλαβα την ευθύνη, γιατί δεν ήθελα στα προβλήματα του στρατού να σου προσθέσω ένα ακόμη. Όμως, σκέψου! Ήμουν ένα κοριτσάκι είκοσι πέντε χρονών και βρέθηκα σ’ αδιέξοδο! Ενήργησα κατά τον τρόπο που εγώ θεώρησα καλύτερο κι απέτυχα! Κι αφού εγώ απέτυχα κι αφού σ’ αγαπούσα, θεώρησα ότι θα ήταν άδικο να μείνεις κι εσύ άκληρος επειδή εγώ, χωρίς να σε ρωτήσω, αποφάσισα να ενεργήσω έτσι. Γι’ αυτό κι εξαφανίστηκα! Κατάλαβες τώρα;
    • Πάντα ξεροκέφαλη! Της είπε και της  πήρε τρυφερά το χέρι μέσα στα δικά του! Τόσο σκληρή! Τόσο σκληρή! Απαράδεκτα σκληρή με τον εαυτό σου! Και ποιος σου είπε ότι εγώ δε θα σε ήθελα;
    • Εγώ αποφάσισα ότι δεν είχα δικαίωμα να σε αφήσω άκληρο!
    • Κι αν εγώ σε ήθελα κι έτσι;
    • Ε! αν με ήθελες «κι έτσι», εδώ είμαι και πάρε με τώρα!
    • Τώρα; Μα τώρα είμαι γέρος! Της είπε.
    • Όπως είδες σα μπήκες στο σπίτι μου, για μένα είσαι πάντα νέος!
    • Είσαι μια πεισματάρα γριά! Της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του.

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Εμπρησμός εξ αμελείας

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη Καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας και...

    Ο Ντόναλντ Σάτερλαντ για το Cloudbusting (video)

    Ανάρτηση της Ναταλίας Κακουλίδου, δημοσιεύουμε με την άδεια της. Για...

    Άγγελος Σικελιανός χειρόγραφα

    Σαν σήμερα, το 1951, πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Το...

    Τη νύχτα που σε πιάνει βουλιμία

    Γράφει η Μαρία Κ. Φωτογραφία εξωφύλλου από την ιστοσελίδα...
    -- Διαφήμιση --