27.1 C
Galatsi
Σάββατο, 22 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Μια ευχάριστη έκπληξη

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Ένα διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη

    Μεγάλο Σάββατο βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα. Η πόλη νανουριζόταν με τους ρυθμούς και τ’ αρώματα της άνοιξης και προσπαθούσε να κρατηθεί ξύπνια για να υποδεχτεί την Ανάσταση. Οι πολίτες, όσοι δε δούλευαν τούτες τις μέρες, βιάζονταν να φτάσουν στα σπίτια τους και να βρεθούν με την οικογένειά τους, για να ζήσουν ενωμένοι το θαύμα της ζωής που νίκησε το θάνατο, όπως εκφράζεται με την Ανάσταση του Θεανθρώπου.

    Μετά από κάποιες στιγμές βιασύνης κι αδημονίας η κίνηση σταμάτησε σχεδόν και κυλούσε νωχελικά, στους ρυθμούς τής επαρχιακής πόλης όπου η μοίρα κι η «πατρίδα» τον έστειλαν να υπηρετήσει και να «φυλάξει Θερμοπύλες». Αυτό το βράδυ αυτός θα υποδεχτεί τον Αναστημένο Χριστό στο χώρο τής δικής του σταύρωσης, στη σκοπιά, που βρισκόταν στο κέντρο του στρατοπέδου της πόλης κι έλεγχε τον «όρχο» των οχημάτων, δηλαδή το χώρο στάθμευσής τους.

    -- Διαφήμιση --

    Φώτα τριγύριζαν και φώτιζαν το χώρο και τον δυσκόλευαν να διακρίνει με σχετική καθαρότητα το τοπίο που εκτεινόταν πέρα από τον «όρχο» και πίσω από τους προβολείς. Αυτό το γεγονός τον καθιστούσε πιο προσεχτικό και τον υποχρέωνε να σπαθίζει συνεχώς με το βλέμμα του το σκοτάδι και να ψάχνει μην τυχόν κι εμφανιστεί ο εχθρός, που στη συγκεκριμένη στιγμή ταυτίζονταν με το πρόσωπο του αξιωματικού που θα έκανε έφοδο, αφού σε καιρό ειρήνης τα εχθρικά στρατεύματα βρίσκονται εκατοντάδες ή χιλιάδες μίλια μακριά και πλησιάζουν μόνο στα μυαλά των εκπαιδευτών αξιωματικών και των φανατικών που νομίζουν πως οι όμοροι λαοί είναι αδύνατο να ζήσουν ειρηνικά.

    Αυτός, λοιπόν, ξεθεωμένος από τις αγγαρείες της μέρας και τις ασκήσεις, πάσχιζε να κρατηθεί και να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του και το καθήκον προς την πατρίδα. Κρατούσε σφιχτά τ’ όπλο του και περίμενε στο σκοτάδι. Τι περίμενε; Τον αξιωματικό της εφόδου και τα διάφορα περίπολα ή τον αντικαταστάτη του σκοπό; Δεν ήταν και πολύ βέβαιος. Επειδή σίγουρα ο αντικαταστάτης κατά κανόνα έρχεται στην ώρα του, θα προτιμούσε άλλη φορά να φανεί.

    -- Διαφήμιση --

    Ήταν ήδη αρκετούς μήνες φαντάρος και συνήθιζε σιγά – σιγά τις κακουχίες και την κούραση. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν η μοναξιά που συχνά τον χαστούκιζε. Δεν μπορούσε να συνηθίσει στην ιδέα πως είναι φυσιολογικό να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης άμυνας, να φοβάται συχνά, να μην μπορεί να εκμυστηρευτεί πουθενά το φόβο του και να μην περιμένει γράμμα από την κοπελιά του, αφού εκείνη βαρέθηκε να τον περιμένει κι άνοιξε τα φτερά της γι’ άλλες αγκαλιές, αδιαφορώντας για τον πόνο και την απόγνωση που έσπειρε στην καρδιά και στη ζήση του.

    Τέτοια σκεφτόταν κι άλλα πολλά, που είχαν να κάνουν με καιρούς άλλους, πιο καλούς, όταν περίμενε το Πάσχα αγκαλιά  με την καλή του, όταν ανυπομονούσε να γευτεί τη μαγειρίτσα της μαμάς και ν’ ανταλλάξει ευχές στο γιορτινό τραπέζι. Ένα χαμόγελο πικρό θα μπορούσε κανείς να διακρίνει στα χείλη του, αν το σκοτάδι δεν τα ’κρυβε. Χαιρόταν που ταξίδευε σ’ άλλα χρόνια, τόπους και καταστάσεις, αλλά λυπόταν που όλ’ αυτά ήταν ήδη παρελθόν ανεπίστροφο. Παρέα μ’ αυτή τη χαρμολύπη περίμενε να περάσει η ώρα, να παραδώσει στον επόμενο και να πάει να κοιμηθεί.

    Ξάφνου οι καμπάνες των εκκλησιών της πολιτείας άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα κι πόλη του έδωσε την εντύπωση πως λούστηκε μ’ ένα γιορταστικό ημίφως! Του φάνηκε πως ο τόπος μύριζε λιβάνι, πως ξαφνικά τ’ ανθισμένα λουλούδια σκόρπιζαν χιλιάδες μαγευτικές ευωδιές και πως η άνοιξη, ντυμένη στα καλά της, βγήκε να υποδεχτεί το Θαύμα. Έμεινε γι’ αρκετή ώρα εκστατικός να παρακολουθεί τα πάντα γύρω του κι ένα κενό να διογκώνεται και να καταλαμβάνει όλη την κοιλότητα του κρανίου του παραμερίζοντας τα πάντα. Δε σκεφτόταν πια τίποτα και σχεδόν δεν αισθανόταν.

    – Σοβαρέψου! Μονολόγησε. Δεν είναι τώρα ώρα να σαλτάρεις. Τι κουταμάρες είν’ αυτές;

    Προσπάθησε να κουνήσει δεξιά-αριστερά το κεφάλι του, για να βρεθεί στο οδυνηρό παρόν. Κι εκεί που γύρισε προς το κέντρο του όρχου, κατευθείαν μπροστά του, του φάνηκε πως είδε δυο σκιές να κινούνται. Μονομιάς συνήρθε και σήκωσε τ’ όπλο του προς τους άγνωστους επισκέπτες.

    – Αλτ! Τίς εἶ; Ετοιμαζόταν να φωνάξει την αρχαιοπρεπή ερώτηση αναγνώρισης, αλλά δεν πρόλαβε.

    – Σκοπός! Ακούστηκε μια φωνή από το μέρος των σκιών. Σκοπός!

    – Ποιος είσαι; Ρώτησε αποκρινόμενος!

    – Έλα κάτω! Του απάντησε ο άγνωστος.

    – Εσύ έλα πάνω! Δεν ήθελε ν’ αφήσει τη θέση του. Τόσα και τόσα είχε ακούσει για τους εχθρούς πού μπορούν να σου πάρουν από μακριά το όπλο ή την ξιφολόγχη ή για εφοδεύοντες που σε παρασέρνουν κι ύστερα σε βγάζουν στην αναφορά.

    – Έλα, ρε αγόρι μου, κάτω! Ο λοχαγός ο Χατζηπροδρόμου είμαι. Έλα! Μη φοβάσαι. Σου ’φερα κουλούρι κι αβγό.

    Ντράπηκε για τη δυσπιστία του κι αποφάσισε ν’ αφήσει για λίγο τη σκοπιά και να ζυγώσει προς το μέρος τους. Πλησιάζοντας αναγνώρισε το λοχαγό, που το βράδυ εκείνο ήταν αξιωματικός υπηρεσίας. Κι εκείνος προχώρησε ακόμη μερικά βήματα και τότε αυτός είδε πως η άλλη σκιά ήταν ένας συνάδελφός του και κουβαλούσε αυγά και κουλούρια σ’ ένα πανέρι.

    – Χριστός Ανέστη! Του είπε πρώτος ο αξιωματικός κι έκανε νόημα στο φαντάρο που είχε δίπλα του να πλησιάσει στο σκοπό το πανέρι με τ’ αβγά και τα κουλούρια. Ο ίδιος κρατούσε ήδη το δικό του αβγό στα χέρια του.

    –  Χριστός Ανέστη! Επανέλαβε. Του χρόνου στα σπίτια σας!

    – Αληθώς ο Κύριος!  Είπε κι άπλωσε το χέρι του προς το πανέρι. Χρόνια σας πολλά, κύριε λοχαγέ! Να χαίρεστε την οικογένειά σας κι όλα να σας έρθουν βολικά!

    Τσούγκρισε τ’ αβγό του με τον αξιωματικό, ευχήθηκε στο συνάδελφό του κι έκανε μεταβολή για να γυρίσει στη θέση του και να μη δουν οι άλλοι το δάκρυ που του θόλωσε το μάτι.

    Η συγκίνηση αγκαλιασμένη με τη χαρά του διευκόλυναν πια το έργο του κι έκαναν την ώρα να περνά γρήγορα. Κι εδώ βρίσκεις ανθρώπους! Σκέφτηκε και πήρε βαθιά ανάσα.

    Τώρα τα πράματα του φαίνονταν διαφορετικά.

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Εμπρησμός εξ αμελείας

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη Καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας και...

    Ο Ντόναλντ Σάτερλαντ για το Cloudbusting (video)

    Ανάρτηση της Ναταλίας Κακουλίδου, δημοσιεύουμε με την άδεια της. Για...

    Άγγελος Σικελιανός χειρόγραφα

    Σαν σήμερα, το 1951, πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Το...

    Τη νύχτα που σε πιάνει βουλιμία

    Γράφει η Μαρία Κ. Φωτογραφία εξωφύλλου από την ιστοσελίδα...
    -- Διαφήμιση --