34 C
Galatsi
Παρασκευή, 14 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Καλή τύχη

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Ένα διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη

    Φωτογραφία εξωφύλλου Ελένη Μωραϊτου

    Το πρακτορείο των υπεραστικών λεωφορείων ήταν γεμάτο αυτοκίνητα, που, σταματημένα στις προκαθορισμένες θέσεις τους, περίμεναν τους επιβάτες τους. Ήταν πολύς ο κόσμος που ετοιμαζόταν να ταξιδέψει σχεδόν σ’ όλες τις πόλεις της χώρας. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν η αναγγελία των δρομολογίων.

    -- Διαφήμιση --

    Δίπλα, λοιπόν, σε κάθε πούλμαν ήταν ένα σμάρι ανθρώπων, που θα ταξίδευαν ή συγγενείς και φίλοι, που είχαν βρεθεί μαζί τους για να τους ξεπροβοδίσουν. Νεαρόκοσμος κυρίως, αφού η πόλη ήταν έδρα πανεπιστημίου και ζούσαν σ’ αυτή αρκετές χιλιάδες φοιτητές, περίπου όσοι κι μόνιμοι κάτοικοί της.

    Καλοκαίρι ήταν, είχε τελειώσει πια η εξεταστική περίοδος, είχαν βγει και τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων και γύριζαν οι περισσότεροι στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, άλλοι χαρούμενοι για την επιστροφή τους κι άλλοι προβληματισμένοι, αφού θα χώριζαν, έστω και προσωρινά, με τους συντρόφους ή τους φίλους τους.

    -- Διαφήμιση --

    Υπήρχαν ασφαλώς κι εκείνοι που, «έχοντας ευδοκίμως περατώσει τις σπουδές τους», είχαν πια γίνει πτυχιούχοι και σκεφτόντουσαν μεταπτυχιακές σπουδές σ’ άλλες πόλεις ίσως και  χώρες ή προσπαθούσαν, ως πτυχιούχοι πια, να στήσουν μια καινούργια ζωή. Για τ’ αγόρια όμως, αν αποφάσιζαν να εργαστούν, υπήρχε ένα σημαντικό εμπόδιο· η στρατιωτική θητεία. Αν επέλεγαν να γίνουν μεταπτυχιακοί φοιτητές, εξακολουθούσε να τους καλύπτει η αναβολή κατάταξης στο στρατό.

    Κάποιοι, που αυτά τα χρόνια είχαν ζευγαρώσει κι είχαν επισημοποιήσει τη σχέση τους, φρόντιζαν να συνεχίσουν τη ζωή τους ως ζευγάρια είτε παραμένοντας στην πόλη των σπουδών τους είτε αναχωρώντας γι’ άλλες πόλεις.

    Μέσα σ’ όλο αυτό το ανθρωπομάνι  βρέθηκαν κι αυτοί, ένα αγόρι, που θα παρέμενε στην πόλη, κι η κοπέλα του, που θα ταξίδευε για το νησί της. Είχαν πάρει κι οι δυο τους το πτυχίο κι έπρεπε τώρα να πάρουν τη μεγάλη απόφαση· Θα ζήσουν μαζί από εδώ και πέρα ή θ’ ακολουθήσουν δρόμους ξεχωριστούς;

    Το είχαν κουβεντιάσει πολλές φορές, αλλά δεν είχαν καταλήξει σε κάτι με σιγουριά. Φτωχόπαιδο αυτός, από εργατική οικογένεια, δεν είχε την δυνατότητα να τη βοηθήσει οικονομικά στα πρώτα βήματα, που εκείνη θα έψαχνε για δουλειά, αφού θα ήταν στρατιώτης. Αυτή πάλι δεν είχε πολλά χρήματα για να παραμείνει εννιά μήνες περίπου μακριά από το δικό της σπίτι. Έτσι αποφάσισαν να μείνει εκείνη στο νησί της και να ψάξει εκεί για δουλειά όσον καιρό αυτός θα ήταν στο στρατό και μετά τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους.

    Αυτά είχαν συμφωνήσει. Κι επειδή τα χρόνια που σπούδαζαν συγκατοικούσαν, αγόραζαν τα αναγκαία βιβλία από το κοινό τους ταμείο. Η σκέψη ήταν πως δυο επιστήμονες στο ίδιο αντικείμενο μπορούσαν καλύτερα να βολευτούν αν αγόραζαν και κάποια ακριβά βιβλία, που δεν τα χορηγούσε στους φοιτητές του το πανεπιστήμιο και που θα τους ήταν αναγκαία κατά τα πρώτα βήματα της καριέρας τους κι όχι μόνο. Ακόμα μπορούσαν να πληρώνουν κάποιες συνδρομές σ’ επιστημονικά περιοδικά, τα οποία έδιναν στα βιβλιοδετείο και τα έκαναν τόμους. Τώρα όμως έπρεπε να δουν τι θα τα κάνουν.

    –           Αφού εσύ θα είσαι φαντάρος, να πάρω εγώ μερικά απ’ αυτά που θα μου χρειαστούν κι απ’ αυτά που έχουμε διπλά; Είπε η Λένα.

    –           Γιατί όχι;

    Αυτά πριν μερικές μέρες. Τώρα όμως η Λένα με τρεις κούτες βιβλία και μια βαλίτσα περίμενε με τον Τάκη στο πρακτορείο ν’ ακούσει από τα μεγάφωνα την αγγελία για να φορτώσουν τις αποσκευές. Το κλίμα ήταν βαρύ. Κανείς δε μιλούσε. Ο Τάκης, συνοφρυωμένος, είχε κλειστεί, όπως έκανε κάθε φορά που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα ή ήταν λυπημένος, στον εαυτό του. Σωστό στρείδι. Η Λένα πάλι, σοβαρή, κοιτούσε μια τα λεωφορείο και μια τα πόδια της.

    –           Μην κάνεις έτσι! Του είπε, για να σπάσει τον πάγο. Δε θα χαθούμε πια! Δε λέω πως είναι κι ευχάριστο να μείνουμε τόσον καιρό μακριά, αλλά δε θα χαθούμε κιόλας, βρε παιδάκι μου!

    –           Φαντάζομαι πως καταλαβαίνεις, της είπε, ότι μιλάμε από διαφορετική θέση.

    –           Τι διαφορετική είναι, δηλαδή;

    –           Εσύ πας στο σπίτι σου, στους δικούς σου, και το χαίρεσαι και καλά κάνεις. Φυσικό και φυσιολογικό είναι. Εγώ όμως; Εγώ θα βρεθώ σ’ άλλο κόσμο, χωρίς κάποιο γνωστό και φίλο.

    –           Σε υπολόγιζα πιο δυνατό! Είπε η Λένα.

    –           Πιο δυνατό! Πόσο πιο δυνατό; Ας πούμε, εσύ θα έρθεις να με δεις; Μη μου πεις παραμύθια· την αλήθεια θέλω.

    –           Αν μπορέσω, θα ’ρθω. 

    –           Αν μπορέσεις! Δε θα μπορέσεις. Και θα βρεις χίλιες δικαιολογίες να μου πεις, αν συναντηθούμε. Η δουλειά, οι υποχρεώσεις, οι δικοί σου…

    –           Τώρα γίνεσαι κακός.

    –           Μπορεί. Θα περιμένω να μου το αποδείξεις. Πάντως κακός δεν είμαι κι ούτε πρόκειται να γίνω. Αλλά δεν είμαι κι αφελής. Φαντάζομαι να το ξέρεις αυτό. Ενημερωτικά να σου πω πως καταλάβαινα πολύ καλά ποια βιβλία έπαιρνες! Δε διάλεξες τα αναγκαία, γιατί σου ήταν απαραίτητα· τα καλά πήρες! Θα μου πεις γιατί δεν είπα κάτι εκείνη την ώρα. Γιατί, καλή μου, βιβλία μπορώ αύριο να πάρω. Δεν είναι αυτό που με καίει. Αν είναι να χάσω εσένα, στο διάολο τα βιβλία! Γι’ αυτό δε μίλησα. Εσένα θέλω. Με βιβλία ή χωρίς. Και με πονάει που φεύγεις, αλλά δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά!

    Τα είπε όλα αυτά χωρίς να σηκώσει τον τόνο της φωνής του. Ήρεμα σαν να έλεγε μια ιστορία που του ήταν ξένη κι αφορούσε άλλους, άγνωστους σ’ αυτόν ανθρώπους. Μια πίκρα σκέπαζε τα μάτια του.

    Εκείνη τον αγκάλιασε.

    –           Μην είσαι κουτός! Του είπε χαμογελώντας γλυκά. Δε θέλω να χωρίσουμε έτσι και να σε θυμάμαι θλιμμένο αυτούς τους μήνες. Μην το κάνεις πιο δύσκολο! Του είπε και τον φίλησε.

    Τα έλεγαν όλα τούτα χαμηλόφωνα. Ήταν δικό τους το θέμα και δεν ήθελαν να το μοιραστούν με κανέναν. Κατά βάθος πίστευαν κι οι δυο πως δε θα οδηγηθούν σε οριστικό χωρισμό, τουλάχιστον ο Τάκης, και θα ήταν ανώφελο να οξύνουν τα πράγματα.

    Η φωνή από τα μεγάφωνα καλούσε τους επιβάτες να φορτώσουν τις αποσκευές. Κουβάλησαν κι αυτοί τα δικά τους πράγματα για να ζυγιστούν και πλήρωσαν το καθορισμένο ποσό. Οι υπάλληλοι του πρακτορείου τα φόρτωσαν στο πούλμαν. Οι ταξιδιώτες ένας-ένας ανέβαιναν και κάθονταν στις θέσεις τους.

    –           Έλα! Είπε ο Τάκης. Πρέπει ν’ ανεβείς κι εσύ. Ο οδηγός έβαλε εμπρός τη μηχανή.

    Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν δακρυσμένοι για τελευταία φορά.

    –           Καλό σου  ταξίδι! Σ’ αγαπώ. Να το θυμάσαι.

    –           Κι εγώ! Πολύ! Να προσέχεις!

    Κάθισε δίπλα σε μια κοπέλα, που έφευγε για διακοπές. Γι’ αρκετά λεπτά κοιτούσαν μέσα από το τζάμι το σύντροφό τους. Ύστερα το λεωφορείο ξεκίνησε, τα δάκρυα θόλωσαν τα μάτια και δεν έβλεπαν τα χέρια που έμειναν μετέωρα σε μια κίνηση χαιρετισμού. Στην πρώτη στροφή του δρόμου το πούλμαν χάθηκε ανάμεσα στα σπίτια της πόλης.

    Ο Τάκης έμεινε για λίγο κοιτάζοντας το κενό με μάτια βουρκωμένα. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει όσα μόλις έγιναν. Σιγά-σιγά η εικόνα ξεκαθάριζε. Προς την ίδια κατεύθυνση χάνονταν διαδοχικά τα λεωφορεία που αναχωρούσαν από την πόλη τους. Το «δικό του», αυτό που μετέφερε το δικό του άνθρωπο τελοσπάντων,  θα κόντευε να βγει κιόλας από την πόλη.

    –           Τι καθόμαστε; Μουρμούρισε κι αμέσως χαμογέλασε με τον πληθυντικό.

    Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του και ξεκίνησε για το σπίτι του.

    Είχε περάσει ήδη ένας μήνας από εκείνη τη μέρα. Την πρώτη εβδομάδα μίλησαν αρκετές φορές στο τηλέφωνο. Ύστερα άρχισαν ν’ αραιώνουν οι επαφές προοδευτικά. Οι δικαιολογίες οι συνηθισμένες: «Οι δικοί μου γκρινιάζουν», «τρέχω όλη τη μέρα για να βρω δουλειά», «πρέπει να βοηθώ τους δικούς μου στις δουλειές» κι άλλα τέτοια ευφάνταστα. Καταλάβαινε πως δεν πήγαινε καλά το πράμα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και κάτι, για να διορθώσει την κατάσταση. Άλλωστε σ’ ένα μήνα έφευγε για να πάει φαντάρος. Ένοιωθε εντελώς αδύναμος να κάνει οτιδήποτε κι αυτό τον τρέλαινε!

    Τον επόμενο μήνα ντύθηκε στο χακί.

    Μικρός δεν ήταν, κόντευε να κλείσει τα είκοσι τρία του. Βρέθηκε όμως σ’ άγνωστο περιβάλλον μ’ εντελώς διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης. Τρέξιμο άσκοπο, ασκήσεις με όπλο και χωρίς, ορθοστασίες ατέλειωτες, πειθαρχία διαρκής, ώρες μοναξιάς ανυπόφορες χωρίς ένα τηλεφώνημα!

    Κάποια στιγμή του έστειλε ένα μήνυμα: «Θα σου στέλνω μηνύματα πια, γιατί δεν μπορώ να σου τηλεφωνώ από τη δουλειά. Φιλιά»! τον ζώσανε τα φίδια, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο εκτός από το να στενοχωριέται. Ειδικά κάποιες ώρες νυχτερινές, που είχε υπηρεσία, του ήταν ανυπόφορη και μόνο η σκέψη πως τη χάνει.

    Μετά από μια εβδομάδα του έγραψε πως μετακομίζει στην Αθήνα «λόγω της δουλειάς» πάντα. Από τότε δεν ξαναπήρε μήνυμα! Της έστειλε αρκετά δικά του, αλλά δεν πήρε απάντηση. Δοκίμασε να τηλεφωνήσει αλλά «ο συνδρομητής έχει πιθανώς το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο», έλεγε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Απευθύνθηκε σε μια κοινή φίλη, τη Μαίρη, κι από εκείνη έμαθε πως από την αρχή ήταν στην Αθήνα στο σπίτι ενός φίλου της και πως της είχε πει πως χωρίσανε!

    Κεραυνός! Όχι βέβαια «εν αιθρία», αλλά κεραυνός! Αποφάσισε να παλέψει με τον εαυτό του και να μαζέψει τα κομμάτια του. Έγραψε στο τηλέφωνό του ένα τελευταίο μήνυμα: «Σε θεωρούσα περισσότερο ηθική και θαρραλέα. Κανένας δεν μπορεί να κρατήσει κάποιον με το ζόρι σε μια σχέση και πολύ περισσότερο στον έρωτα. Καλή τύχη!»

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Το Πτι Παλαί, δεν κλείνει, γίνεται θέατρο

    Σε θέατρο θα μετατραπεί το ιστορικό σινεμά Πτι Παλαί,...

    Ένα μάλμπορο κόκκινο

    Της Ελένης Μαριόλη - Ένα μάλμπορο κόκκινο- Κοπελιά, καλημέρα και...

    Ένα μνημείο για την Πύλο

    Εκδήλωση και έκθεση ζωγραφικού έργου του Γιώργου Σαπουνά με...

    Στο εξοχικό

    Γράφει η Μαρία Κ. Δημήτρη, λέω να φτιάξω δύο καφεδάκια...
    -- Διαφήμιση --