26.2 C
Galatsi
Τρίτη, 25 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Λόγος περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    «Για τους εννέα του Αρείου Πάγου μειοψηφούντες στο άδικο»

    Δικηγορικοί αγώνες και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

    -- Διαφήμιση --

    Της Κορίνας Ρεπούση, δικηγόρου.

    Στην Ελλάδα, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αποτελούσε μεταφυσικό δόγμα. Ήταν η εξουσία εκείνη που υπέφερε από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των πολιτικών κέντρων και της πελατειακής του λειτουργίας.

    -- Διαφήμιση --

    Ως τομέας του κράτους, εμφανίζει τα πιο διστακτικά βήματα στην ιστορία του και έτσι είναι δυσδιάκριτα τα στάδια εξέλιξής του.

    Νομίζω ότι είναι θεωρητικά πιο γόνιμο να επισημανθούν, προεισαγωγικά, τα γενικά του γνωρίσματα από την περίοδο μετά τον εμφύλιο, γιατί υπάρχουν συγγένειες με το ιστορικό παρόν.

    Η δικαιοσύνη στο μετεμφυλιακό κράτος: Συγγένειες με το σήμερα

    Οι συγγένειες αφορούν συνθήκες με πολύπλοκες αντιθέσεις κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα, δηλ. στάδια έντονης κοινωνικής αδικίας και πολιτικού ρατσισμού.

    Τα γνωρίσματα της δικαιοσύνης ως τομέα του κράτους αφορούν την κοινωνική του σύσταση, την εσωτερική του διάρθρωση και τις ιδεολογικές του κατευθύνσεις.

    Η κοινωνική του σύσταση, κατ’ αρχάς και μέσα από μια εμπειρική προσέγγιση του θέματος, προσδιορίζεται από τα χαμηλού ενδιαφέροντος κίνητρα εισόδου στο δικαστικό σώμα, λόγω των ιεραρχικών καταναγκασμών, τους μισθούς μικρής εξυπηρέτησης αναγκών και την τεράστια δαπάνη εργασιακής δύναμης. Άρα προσελκύει άτομα με οικονομικές και κοινωνικές αδυναμίες, που προσδοκούν μια τέτοια ενσωμάτωση, η οποία διαμορφώνει με τη σειρά της τα αντίστοιχα πολιτισμικά και άλλα δεδομένα μιας κοινωνικής ομάδας, με ιστορικά ενισχυμένη εξουσία.

    Από την σκοπιά της εσωτερικής διάρθρωσης, ο δικαστικός χώρος βίωνε την αυταρχική ιεραρχία με την επιθεώρηση, αλλά και τους κανόνες σχέσεων του Όθωνα και των Βαυαρών, πού συντηρήθηκαν δεκάδες χρόνια. Ιεραρχία και κανόνες που εξυπηρετούσαν την λογική του περιορισμού των ορίων έκφρασης της δικαστικής συνείδησης, καθώς και μια, μιλιταριστικών χαρακτηριστικών, πειθαρχία, διασφαλίζοντας έτσι την λειτουργία μιας οργανωμένης συμπεριφοράς, με γενικά απαρέγκλιτους όρους, σε κάθε επίπεδο.

    Ιδεολογικά, οι κατευθύνσεις της δικαστικής εξουσίας αποτελούσαν σαν αυτονοήτου προσανατολισμού αναφορά στο παραδοσιακό σύστημα αξιών του καθεστώτος: Τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, την θρησκευτική πίστη στην τρέχουσα έννοιά της και την οικογένεια με τους παραδοσιακούς ρόλους και συμπεριφορές, δηλαδή την πατριαρχική δομή εξουσίας με ουδετεροποιημένο το παιδί, ως ιεραρχημένο κύτταρο παραγωγής κοινωνικής και πολιτικής πειθαρχίας. Ταυτόχρονα υπήρχε αντιεπιστημονική μεθοδολογία, εγκύκλια κουλτούρα, προσαρμογή στην κυβερνητική εξουσία και ανάδειξη του λόγου του αστυνομικού, του στρατιωτικού και του ανώτατου κρατικού υπαλλήλου σε «θέσφατο», ως αντιπροσώπων κεντρικών θυλάκων εξουσίας, εξαιρετικής σημασίας.

    Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί ότι η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα οδήγησε στον πολιτικό έλεγχο των ιδεών, των πολιτικών απόψεων και της κοινωνικής προέλευσης των νέων δικαστών και εισαγγελέων, πράγμα που όριζε και την πολιτική σύσταση του χώρου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις όσων αρεοπαγιτών και εφετών της εθνικής μας επικράτειας εντάχθηκαν στο σώμα μέχρι το 1974, όταν δηλαδή ίσχυαν τα παραπάνω κριτήρια.

    Σ΄ αυτές τις συνθήκες, όσοι πολίτες είχαν δημοκρατικές και σοσιαλιστικές ιδέες και επιθυμούσαν ένα άλλο είδος ζωής, αναγκάζονταν να επιλέξουν μια άλλη επαγγελματική και κοινωνική διαδρομή, πιο συμβατή με την φιλελεύθερη και αμφισβητησιακή συγκρότησή τους.

    Επιπλέον, η συνταγματική πρόβλεψη για την πολιτική επιλογή της δικαστικής ηγεσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς και ο ιεραρχικός  ρόλος της δικαστικής ηγεσίας στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (που αποφασίζει, μεταξύ άλλων, και τις προαγωγές και μεταθέσεις για τους χαμηλόμισθους οικογενειάρχες δικαστές), συνδέει αναπόφευκτα την επιβίωση του παραπάνω σώματος με την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία και κατευθύνει, κατά ιστορική συνέπεια, τις επιδιώξεις της κοινωνικής αυτής ομάδας αυτής πολύ περισσότερο προς χώρους εξ ορισμού συντηρητικούς.

    Αυτή, λοιπόν, η κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική σύσταση του χώρου της δικαιοσύνης οδήγησε, επί δικτατορίας, στην ανάδειξη δικαστή σε πρωθυπουργό και δικαστών σε υπουργούς, σε αναγνωρίσεις ψευδοδημοψηφισμάτων από ολομέλειες συλλογικών οργάνων ανώτατων δικαστών κατά την περίοδο κατάλυσης του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, καθώς, βέβαια, και σε πολλά άλλα.

    Έτσι συμπερασματικά διαπιστώνουμε την ύπαρξη ενός κλειστού και συντηρητικού συστήματος σχέσεων εξουσιαστικής δύναμης, που το καθεστώς εξυφαίνει για την εφαρμογή ενός ταξικού και ιστορικά ασυγχρόνιστου δικαίου, που θεμιτοποιεί τις υπερβάσεις της πολιτικής εξουσίας.

    Κόμματα και συνδικάτα

    Μετά τον εμφύλιο, παρά τις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορική πορεία, υπήρξαν τρεις βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί, τρεις μεγάλες παρατάξεις:

    1) Η συντηρητική, που ενίσχυε το μοντέλο που περιγράψαμε (Λαϊκό κόμμα, Συναγερμός, ΕΡΕ),

    2) η μεταρρυθμιστική, που αναφερόταν στις ίδιες καθεστωτικές, βασικά, αξίες (Ε.Κ. Φιλελεύθεροι, ΕΠΕΚ), αλλά συγκρουόταν στο θέμα του αστυνομικού κράτους και των μετεμφυλιακών διώξεων και

    3) η σταλινική αριστερά, που περνούσε κρίση μετά την ήττα της και βασικά είχε πρόβλημα ενσωματώσεως στην νομιμόφρονα πολιτική οικογένεια, για να αυξήσει την κοινωνική αποδοχή της και το μέρος της εξουσίας της στο πολιτικό μας σύστημα.

    Η μετεμφυλιακή και προδικτατορική αριστερά είχε τρία βασικά ταμπού (εκτός από τα καθ’ αυτά δικά της): το παλάτι, το στρατό και την δικαιοσύνη. Γι’ αυτό ανέθετε ως διαιτητή για κάθε πράξη βίας τα Δικαστήρια και αναζητούσε εκεί την δικαίωσή της, ενώ ουδέποτε σχεδόν η δικαίωση αυτή προέκυψε (μηνύσεις και αναφορές σε πράξεις βίας, κοινωνικής και πολιτικής αδικίας). Έτσι έχουμε μια σταθεροποίηση και ενίσχυση της δικαστικής εξουσίας, της κοινωνικοπολιτικής της σύστασης, των εξαρτήσεων και της ποιότητας της παροχής δικαστικών υπηρεσιών.

    Οι κοινωνικές οργανώσεις είναι αντίστοιχα διαμορφωμένες δομικά για να υπηρετούν το σύστημα και την λογική του (Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών / ΔΣΑ – Δικαστικοί Υπάλληλοι – Δικαστικές Ενώσεις). Οι δυο τελευταίες είναι εκτεθειμένες σε ασφυκτικό πειθαρχικό έλεγχο που προσδιορίζει και οριοθετεί την στάση τους.

    Ο ΔΣΑ, δομικά αλλά και δογματικά, είναι προσαρμοσμένος σε ρόλο δευτερεύοντα, εξαρτημένο κοινωνικά και οικονομικά, που βασικά δεν επέδρασε στην ποσοτική και ποιοτική ανατροπή των υπαρχουσών σχέσεων και κατευθύνσεων. Ταυτόχρονα, οι δικηγόροι αποτελούν κοινωνική ομάδα βασικά συντηρητική, που διαμορφώνεται έτσι για λόγους κοινωνικών ιδιοτήτων, νομικής παιδείας και ποιότητας των παραμέτρων, βάσει των οποίων λειτουργεί η δικαιοσύνη (σπουδές, κουλτούρα, πολιτισμικά δεδομένα, οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης).

    Το δε συνδικαλιστικό κίνημα των δικηγόρων, στα βασικά του γνωρίσματα, είναι πελατειακό, εξαρτημένο από κομματικούς μηχανισμούς, επομένως είναι γραφειοκρατικό, αποϊδεολογικοποιημένο με συμπεριφορά ακτιβιστική, μικροπολιτική, οικονομίστικη και παραθετική αιτημάτων, αλλά και με επιδιώξεις, βασικά, κοινωνικής ανέλιξης. Επομένως, χωρίς ανατρεπτικές και διαρθρωτικές προτάσεις, αλλά και χωρίς όρους κινήματος, που ως αναγκαίο στοιχείο της λειτουργίας του εμπεριέχει και την κοινωνική κινητικότητα.

    Επομένως κίνημα ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν υπήρξε ιστορικά, αλλά πλατωνικές διακηρύξεις, μεταφυσικού χαρακτήρα, που δεν απέκτησαν μορφή εξιδανικευμένου προγράμματος και σταθερού κοινωνικού και πολιτικού αιτήματος. Απεναντίας, παρά τις διαφοροποιήσεις (στις οποίες θα αναφερθώ συνοπτικά) υπήρξε βασική αποδοχή των δομικών και ιδεολογικών γνωρισμάτων της δικαιοσύνης, ακόμη και στην δεκαετία του ‘80 [Κώδικες Ν. 1756/88], έλλειψη ανάλυσης και διαρθρωτικών αλλαγών και διαπροσωπικές επαφές κοινωνικού και πελατειακού χαρακτήρα.

    Όμως, παρά την νομική οπισθοδρόμηση και την στασιμότητα στον εκδημοκρατισμό του δικαίου, εμφανίζονται κατά τη δεκαετία του ’80 (1419/84, 1738/87 κ.λπ.) τάσεις εκδημοκρατισμού στον ευρύτερο χώρο της δικαιοσύνης, πρωτοφανείς θα έλεγα, με κύρια χαρακτηριστικά:

    α) Ανάπτυξη συνδικαλιστικού κινήματος στον χώρο των δικαστικών υπαλλήλων, με έκφραση παρατάξεων, που οδήγησε σε σχετική χειραφέτησή τους, οργανωτικά, κοινωνικά και πολιτικά.

    β) Ανάπτυξη συνδικαλισμού δικαστών με αντίπαλες παρατάξεις, πολιτικά διαφοροποιούμενες. Το φαινόμενο αυτό, μετά την συγκυβέρνηση του 1989 έπαψε να υπάρχει και συμμετέχει στις εκλογές για την ανάδειξη των διοικήσεων των δικαστικών ενώσεων ένα μόνο ψηφοδέλτιο υποψηφίων, συμπολιτευόμενο ή περίπου συμπολιτευόμενο, τουλάχιστον ως προς τις απόψεις του για την δικαιοσύνη και τον συνδικαλισμό από το 1984 και μετά.

    Κατατέθηκε, επίσης, το σχέδιο των κωδίκων Μαγκάκη (1983), όπως ονομάστηκε, που καταργούσε τον αυταρχικό θεσμό του προϊσταμένου των δικαστηρίων. Οι κώδικες Μαγκάκη δεν απέκτησαν ισχύ νόμου, επειδή επικράτησαν οι συντηρητικές λογικές για τον χώρο της δικαιοσύνης. Έτσι φτάσαμε στους δικαστικούς κώδικες Κουτσόγιωργα (Ν. 1756/88), που αναπαράγουν τα κρατούντα, διατηρώντας τον προϊστάμενο και παρατείνοντας τον συντηρητισμό, τον παλαιοκομματισμό και τον στείρο ακτιβισμό.

    Τι βλέπει η Θέμις

    Τα τελευταία χρόνια τα προβλήματα «όρασης» των λειτουργών της Θέμιδος έχουν μονόπλευρα πολλαπλασιαστεί.

    Φτάσαμε, μετά από εμφάνιση παραδικαστικού κυκλώματος (δικηγόροι-δικαστές-άλλοι), στη δεκαετία 2001-2010, στην ψήφιση των Ποινικών Κωδίκων 2019 (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ), μια ανάσα στις συνεχείς ποινές ισοβίων, σε δικαίωση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, με επικεφαλής τον κ. Χριστόφορο Αργυρόπουλο (δικηγόρο – πρόεδρο της Επιτροπής), που κατάφερε μετά από δεκαετία να ακουστεί.

    Φτάσαμε στον λεκτικό προπηλακισμό των Δικαστών που διαφώνησαν με την εκδοθείσα οριστική απόφαση σχετικά με την δυνατότητα των Funds να εκτελούν πλειστηριασμούς. Οι ενάγοντες των Funds για το καλό μας; Γιατί αν αποφασίσουμε διαφορετικά, θα χάσουμε την επενδυτική βαθμίδα;

    Οι 40 γυναίκες και οι 14 άνδρες, δικαστές Αρείου Πάγου, που πρόλαβαν και διάβασαν σε 8 μέρες τα υπομνήματα, έβγαλαν απόφαση πολιτική σε χρόνο ρεκόρ: Η Θέμις σε τούτα τα μέρη οφείλει να βλέπει και ν’ ακούει πρωτίστως τις οιμωγές των εγχώριων ολετήρων αυτού του βασανισμένου τόπου.

    ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Παραθέτω το λόγο ενός Δικαστή, του Αναστασίου Πολυζωίδη, στη χαλκευμένη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη, όπου με ανάλογα επιχειρήματα (ύβρεις, απειλές, εκβιασμούς) προσπαθούσαν ν’ αποσπάσουν την υπογραφή του,  ως προέδρου του δικαστηρίου, ώστε ομοφώνως να επικυρωθεί η θανατική καταδίκη του Γέρου του Μωριά.

    Στην άσκηση ένοπλης βίας του υπουργού δικαιοσύνης Σχοινά και στη ρητή επιθυμία του, όπως:

    «Εν ονόματι του Βασιλέως σας προσκαλώ να υπογράψετε την απόφασιν»

    Ο Πολυζωίδης απαντά:

    «Εν ονόματι της δικαιοσύνης δεν την υπογράφω. Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω»

    Και έπεται ο διάλογος μεταξύ του Άγγλου επιτρόπου (εισαγγελέας) Μάσσον (λακές του αντιβασιλέα Μάουερ) και του Πολυζωίδη:

    «Είστε υποκριταί, γιατί λέτε ότι αγαπάτε την Ελλάδα, αλλά ζητάτε να αποκεφαλίσετε τους Έλληνες. Και τι Ελλάδα θα απομείνει χωρίς τους Έλληνες; Μήπως θέλετε να σφάξετε εμάς, για να κατοικηθεί από σας, ω Φιλέλληνες; Ζητήσαμε την βοήθειάν σας. Ζητήσαμε τον πολιτισμό σας κι εσείς μας φέρατε κρεμάλες και ξιφολόγχες. Φως ζητήσαμε, σκοτάδι μας φέρατε. Κατηγορείς τον Κολοκοτρώνη, γιατί ελευθέρωσε την Ελλάδα. Επιβουλεύεσαι τον Κολοκοτρώνη, που επικεφαλής ενός έθνους σας υποχρέωσε να του παραχωρήσετε την ελευθερία του, γιατί εσύ και οι προϊστάμενοί σου δεν θέλατε να ελευθερωθούμε. Και αφού δεν μπορείτε να αφανίσετε όλους τους Έλληνες και καλυπτόμενοι απ’ την ανάγκη που σας έχουμε, δολοφονείτε τους πρώτους αυτού του τόπου, γιατί έχετε μίσος εναντίον του γένους μας, που πάντα μέσα σε ολόκληρη την Ιστορία του στάθηκε απέναντι στους τυράννους και την τυραννία. Γιατί, όντας τούτος ο τόπος πέρασμα γι’ άλλες θάλασσες, για μεγάλα κέρδη και συμφέροντα, έχει το κακό ιδίωμα να κατοικείται από έναν δύσκολο, ατίθασο και υπερήφανο λαό».

    Κάτι τόσο συγκυριακά ταιριαστό με τις «έωλες» συνειδήσεις και τα «λευκά κολάρα» των καιρών μας.

    Κορίνα Ρεπούση, Δικηγόρος

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Τον καιρό της «Αμφί»-σβήτησης

    Αναδρομή στην ιστορία ενός περιοδικού από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο...

    Τον λένε Σίμον Κιέα

    Τα στοιχεία του κειμένου κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Συνυπογράφω Τον λένε...

    Τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αρέσουν στους άνδρες

    Τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αρέσουν...

    Γυάρος: Ο υπερτουρισμός αλλοιώνει και την ιστορία

    Με τον τίτλο «Τι σημαίνει για έναν τόπο όπως...
    -- Διαφήμιση --