27.1 C
Galatsi
Σάββατο, 22 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Είναι ρομαντισμός να προσέχεις τον άνθρωπο;

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Ένα διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη

    Το λεωφορείο σταμάτησε. Οι επιβάτες άρχισαν να σηκώνονται.

    -Τέρμα, είπε ο οδηγός.

    -- Διαφήμιση --

    Ο Δημήτρης στριμώχτηκε κι αυτός ανάμεσα στους άλλους και σχεδόν σηκωτός κατέβηκε. Έριξε μια ματιά γύρω του. Μερικά παρτέρια μ’ αναιμικά λουλούδια, δυο-τρία ψωριασμένα δέντρα, κάμποσα στέγαστρα στάσεων των αστικών λεωφορείων κι ένα λεφούσι που όλο έφευγε βιαστικά και δεν έλεγε να τελειώσει. Στάθηκε για μια στιγμή αμήχανος. Κοίταξε το ρολόι του· δέκα παρά τέταρτο. Έβγαλε από την τσέπη του το σχεδιάγραμμα που του ’χαν δώσει. Κοίταξε να βρει μια πινακίδα για να προσανατολιστεί. Τίποτα! Ρώτησε κάποιον που βρέθηκε δίπλα του να του πει πού βρισκόταν. Εκείνος τον κοίταξε ειρωνικά. «Επαρχιώτης!» σκέφτηκε και του ’ρθε να γελάσει. Ύστερα

    -Στην Πλατεία Κουμουνδούρου! Είπε.

    -- Διαφήμιση --

    Τον ευχαρίστησε. Μετά κοίταξε πάλι το σχεδιάγραμμα. Όμως πάλι δεν κατάφερε να βρει τους δρόμους! Το στριφογύρισε κάμποσο στα χέρια του αλλάζοντας κάθε φορά διεύθυνση, τίποτα! Σκέφτηκε να ρωτήσει κάποιον άλλο, αλλά συλλογίστηκε το ειρωνικό βλέμμα κι η όρεξη του κόπηκε. Κρατώντας πάντα το χαρτί στο χέρι βγήκε προς το δρόμο που του φάνηκε κεντρικότερος. Θυμήθηκε το λόγια των φίλων του: «Έλα, καημένε! Μη μου πεις πως θα χαθείς στην Αθήνα! Θα πάρεις τον κεντρικότερο δρόμο και τσουπ! στην Ομόνοια!» Χαμογέλασε.

    Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε δεξιά του. Φωτεινές επιγραφές, σβησμένες αλλά παρόλα ταύτα πολύχρωμες, φάνταζαν πάνω απ’ τις εισόδους των καταστημάτων και των πολυκατοικιών. Προχώρησε κάμποσο χαζεύοντας αφηρημένα. Κόσμος πολύς περνούσε δίπλα του βιαστικά,  τον έσπρωχνε, τον πατούσε, λες κι ήταν πανικόβλητος. Παρατήρησε πως ήταν σχεδόν ο μόνος που πήγαινε με «κανονικό» βήμα.

    -Κανονικό! Μουρμούρισε και χαμογέλασε πάλι.

    «Τι θα πει κανονικό»; Σκέφτηκε. Ποιος κανονίζει το «κανονικό»; Ένιωσε για λίγο σαν παράφωνος σ’ αρμονική χορωδία.

    Τάχυνε κάπως το βήμα του, συγκεντρώθηκε κι άρχισε ν’ ανηφορίζει πιο γοργά. Σε λίγο είχε πια τέλεια σχεδόν προσαρμοστεί. Προχωρούσε γρήγορα ώσπου ο Σταμάτης τον ανάγκαζε ν’ ανακόψει το δρόμο του και ξαναξεκινούσε μόλις το πράσινο ανθρωπάκι έδινε το ελεύθερο. Ούτε που τον ενδιέφερε για τ’ αυτοκίνητα που κυλούσαν νωχελικά πλάι του, στο δρόμο! Δεν είχε άλλωστε την ευκαιρία να τα προσέξει. Έπρεπε να κοιτάζει ίσα μπροστά του να μη σκουντουφλήσει πάνω στο μελισσολόι που ανεβοκατέβαινε!

    Σε λίγο αντίκρισε το σιντριβάνι της Ομόνοιας. Κάμποσοι τουρίστες κάθονταν πάνω στο γρασίδι, ξεκούμπωτοι απ’ τη μέση και πάνω ή και χωρίς πουκάμισα. Τ’ αυτοκίνητα έκαναν το γύρο της πλατείας μ’ ένα ρυθμό εξαιρετικά αργό, υπακούοντας στα σήματα του τροχονόμου, που μουσκεμένος απ’ τον ιδρώτα προσπαθούσε να βάλει μια τάξη, και χάνονταν στους  κεντρικούς δρόμους που σαν ακτίνες φωτός λόγχιζαν την πόλη.

    Στάθηκε μπροστά στην πρώτη είσοδο του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου που συνάντησε μπροστά του. Κυλιόμενες σκάλες ξερνούσαν ένα ολόκληρο πλήθος ανθρώπων, ενώ άλλες κατάπιναν σχεδόν ισόποση ανθρώπινη μάζα. Μπήκε κι αυτός στην ουρά κι ακολούθησε τους άλλους πάνω στην ηλεκτροκίνητη σκάλα. Καθώς κατέβαινε, θυμήθηκε τους ταινιόδρομους των εργοστασίων, που κουβαλούν τούβλα, χώμα ή διάφορα άλλα βιομηχανικά προϊόντα, κι ένα δυσάρεστο συναίσθημα τον έπνιξε. «Για φαντάσου, σκέφτηκε. Άνθρωποι, μηχανές, πρώτες ύλες, προϊόντα ένα πράμα! Στόχος η ταχύτητα!»

    Σαν βρέθηκε στο υπόγειο, αισθάνθηκε ένα άσκημο σφίξιμο στο στομάχι κι ένα πλάκωμα στην καρδιά. Του ’ρθε να φωνάξει από τρόμο. Περίεργο του φάνηκε το πως, ενώ περιστοιχιζόταν από χιλιάδες ανθρώπους, ήταν μόνος· απελπιστικά μόνος! Προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα, αλλά νόμισε πως δε θα μπορούσε κι έτσι συνέχισε ν’ ανασαίνει κανονικά.

    Ακολούθησε τα βελάκια που κατεύθυναν τους ανθρώπους και βρέθηκε στην οδό Πανεπιστημίου. Ο φίλος, με τον οποίο είχαν συμφωνήσει να βρεθούν, δεν είχε φτάσει ακόμα. Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος. Ύστερα πλησίασε ένα κιόσκι κι αγόρασε μια εφημερίδα. Προσπάθησε, έτσι όρθιος όπως ήταν, να διαβάσει, αλλά στάθηκε αδύνατο, επειδή όλο και κάποιος θα ’πεφτε πάνω του. Έτσι υποχρεώθηκε να την κρατά διπλωμένη στα χέρια του και να κόβει πάνω-κάτω βόλτες για να περνάει η ώρα.

    Θα ’ταν έντεκα όταν φάνηκε ο φίλος του. Τον είδε από μακριά μέσα στο πλήθος. Ήταν ψηλός και ξεχώριζε κάπως.

    -Με συγχωρείς, είπε όταν πλησίασε. Με συγχωρείς πάρα πολύ, αλλά, ξέρεις, μποτιλιαριστήκαμε άσχημα! Είχε διακοπή ρεύματος και τα τρόλεϊ είχαν κλείσει το δρόμο. Μιάμιση ώρα έκανα να ’ρθω.

    -Δεν πειράζει! Του απάντησε.

    -Λοιπόν; Πώς σου φάνηκε η Αθήνα; Ρώτησε ο άλλος.

    -Απάνθρωπη.

    Ο φίλος του γέλασε δυνατά. Ύστερα

    -Υπερβολές! Είπε. Δεν είναι τίποτα. Είναι γιατί έρχεσαι πρώτη φορά. Θα συνηθίσεις. Θα το δεις.

    -Δεν το νομίζω, αλλά το φοβάμαι. Αν ήταν μπορετό να μη συνηθίζουμε, ίσως να προσέχαμε περισσότερο τον άνθρωπο. Ίσως να φροντίζαμε να ’ναι ανθρωποκεντρικός ο τεχνικός πολιτισμός.

    -Έλα, ρομαντικέ, είπε ο άλλος. Πάμε! Θα χάσουμε το τρένο κι άντε μετά να περιμένεις ένα τέταρτο να ’ρθει το άλλο!  

    «Ρομαντικός!» σκέφτηκε. «Είναι ρομαντισμός λοιπόν να προσέχεις τον άνθρωπο;»

    -Ε! Άκουσε τη φωνή του φίλου του. Πολύ καθυστερείς και δε θα προλάβουμε! Κάνε πιο γρήγορα!

    -Εντάξει! Πάμε! Είπε και τάχυνε το βήμα του.

    Προηγούμενο άρθρο
    Επόμενο άρθρο

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Εμπρησμός εξ αμελείας

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη Καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας και...

    Ο Ντόναλντ Σάτερλαντ για το Cloudbusting (video)

    Ανάρτηση της Ναταλίας Κακουλίδου, δημοσιεύουμε με την άδεια της. Για...

    Άγγελος Σικελιανός χειρόγραφα

    Σαν σήμερα, το 1951, πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Το...

    Τη νύχτα που σε πιάνει βουλιμία

    Γράφει η Μαρία Κ. Φωτογραφία εξωφύλλου από την ιστοσελίδα...
    -- Διαφήμιση --