26.2 C
Galatsi
Τρίτη, 25 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Στο εξοχικό

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Γράφει η Μαρία Κ.

    Δημήτρη, λέω να φτιάξω δύο καφεδάκια να πιούμε εδώ στο μπαλκόνι που ‘χει δροσιά απ’ το βουνό, τι λες; Θα βράσω χόρτα και κολοκυθάκια για μεσημέρι; Αρκετά δεν είναι; Ζεστή έχει σήμερα! Έχει στείλει η Μαρία ροδάκινα, καρπούζι και βερίκοκα απ’ την Κόρινθο. Μια χαρά θα την περάσουμε! Θα σου φέρω και την εφημερίδα σου να διαβάσεις ώσπου να έρθω κι εγώ.

    Ναι την θέλω! Χαρίκλεια, βγάλε μου λίγο τα παπούτσια να απλώσω τα πόδια μου.

    -- Διαφήμιση --

    Η κυρά Χαρίκλεια έσκυψε και έβγαλε τα παπούτσια του κυρ Δημήτρη, μόνο που αυτός δεν ένιωθε τα πόδια του καθόλου. Ύστερα πήγε να φτιάξει τους καφέδες και αυτός έστρεψε το κεφάλι του στο βουνό. Έκλεισε τα μάτια του και μύρισε τα αγριολούλουδα, τα πεύκα και το χώμα, μύρισε τα χόρτα που έβραζε η κυρά Χαρίκλεια και το καρπούζι απ’ την Κόρινθο, μύρισε το γαλακτομπούρεκο της γειτόνισσας που εκείνη την ώρα το σιρόπιαζε, μύρισε το φρεσκοασβεστωμένο πεζούλι της πλατείας και το μάραθο που ξεφύτρωνε σε κάθε χέρσο χωράφι.

    Άκουσε τα τζιτζίκια και το νερό απ’ το ρυάκι να κυλά μελωδικά. Τα κουδούνια των προβάτων. Άκουσε την καμπάνα της εκκλησίας να χτυπά και μια παρέα παιδιών να ξελιγώνεται στα γέλια. Άκουσε τις μανάδες που φώναζαν τα παιδιά να μαζευτούν σπίτι, Άκουσε τον ταχυδρόμο που χτύπαγε τις πόρτες, τα ζάρια απ’ το τάβλι στο καφενείο. Άκουσε το ουρλιαχτό μιας γυναίκας που είδε ένα ποντίκι ξαφνικά.

    -- Διαφήμιση --

    Και πετάχτηκε, τέντωσε το χέρι του να πιαστεί για να σηκωθεί, ήθελα να φωνάξει σ’ αυτή την γυναίκα “Μην κάνεις έτσι ευλογημένη, ένα ποντίκι ήταν! Έπιασε με όση δύναμη είχε τα κάγκελα του μπαλκονιού. Σηκώθηκε, τα πόδια του χτύπαγαν στα κάγκελα αλλά δεν ένιωθε τίποτα, ξαφνικά σωριάστηκε κάτω. Η κυρία Χαρίκλεια έτρεξε όταν άκουσε το θόρυβο.

    Γιατί δεν φωνάζεις άνθρωπε μου;
    Της φώναξα, ένα ποντίκι ήταν, για όνομα του Θεού!
    Δημήτρη τι λες; Ένα λεπτό έφυγα και έπεσες απ’ το κρεβάτι. Πώς κουνήθηκες απορώ!
    Ποιο κρεβάτι; Πού είμαι; Το βουνό, δεν βλέπω το βουνό!
    Στο σπίτι είμαστε, σε πήρε ο ύπνος και πετάχτηκα λίγο δίπλα.
    Στο εξοχικό;
    Ποιο εξοχικό;

    Αυτό που θα χτίζαμε στο χωριό και θα πηγαίναμε στα γεράματα
    Αχ ρε Δημήτρη ,πάλι όνειρο το εξοχικό έβλεπες; Άλλη φορά θα σε δέσω στο κρεβάτι, οπότε βλέπεις το εξοχικό πέφτεις κάτω και τι θα κάνω εγώ μόνη μου, πως θα σε σηκώνω; Μου λες τι να κάνω;

    Να είσαι δίπλα μου Χαρίκλεια, να είσαι δίπλα μου.

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Η ιστορία της Θ

    Γράφει η Ρία Καλφακάκου Η λεπτομέρεια στον πίνακα του...

    Κρατήστε τα τραγούδια και ’μένα ξεχάστε με!

    Δημοσίευμα στην ιστοσελίδα Sterea economy Αν υπάρχει ένας χώρος, ο...

    Ίταλο Καλβίνο: Δώδεκα συμβουλές προς επίδοξους συγγραφείς

    Από την ιστοσελίδα του Book Press Ο Ίταλο Καλβίνο, ένας...

    – Τρομάρα σου!

    Γράφει η Μαρία Κ. Υπάρχουν φορές που το μόνο που...
    -- Διαφήμιση --