36 C
Galatsi
Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Στρεβλοποδία

Ημερομηνία:

-- Διαφήμιση --

Γράφει η Ρία Καλφακάκου. Στη φωτογραφία εξωφύλλου πίνακας του Berrak Ergul Lajoie με μοντέλο την Ανίτα Έκμπεργκ.

Το πρώτο παιδί του Δουβιάνου ήταν κορίτσι, και το χειρότερο ανάπηρο. Βγήκε με στραβό το ένα πόδι, οι γιατροί είπαν στρεβλοποδία. Ευτυχώς ο Πότης ο πατέρας, ήταν από τους λίγους σπουδαγμένους της εποχής, και η μάνα η Γερακίνα, αν και είχε βγάλει μόνο δυό τάξεις του γυμνασίου, ήταν έξυπνη και διάβαζε ότι ιατρική εγκυκλοπαίδεια έβρισκε, μια και το όνειρό της ήταν κάποτε να μπορούσε να γίνει γιατρός.
Μετά το 1950, τα πράγματα άρχισαν να φτιάχνουν, η περίοδος της μεγάλης φτώχειας και η πείνα, που ταλαιπωρούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στα προηγούμενα χρόνια τελείωνε, ακόμα και οι χαρακτηρισμένοι έβρισκαν μεροκάματο. Έτσι το φροντιστήριο που είχε ανοίξει ο Πότης, είχε πια πολλούς μαθητές και  έβγαζε λεφτά.

Αποφάσισαν να πάνε το παιδί στην Αθήνα στους καλύτερους γιατρούς. Με θεραπείες, με γύψο, με φυσιοθεραπείες, που κράτησαν πάνω από τρία χρόνια, το πόδι έφτιαξε.

-- Διαφήμιση --

Η μικρή Ευλαμπία, που τη φωνάζαν Λίλη, ζούσε καθηλωμένη στο κρεβάτι και στην ειδική πολυθρόνα, έβλεπε τα αδέλφια της, που εν τω μεταξύ γεννήθηκαν, ένα κάθε ενάμισυ χρόνο να μπουσουλάνε, να τρέχουν, να παίζουν και ζήλευε. Της φέρνανε πολλές κούκλες και παραμύθια, για να μη μελαγχολεί, έμαθε να διαβάζει μόνη της πριν τα τέσσερα, να μετράει από δύο χρονών, και ώσπου να πάει νηπιαγωγείο, ήξερε πρόσθεση και αφαίρεση. Μέχρι ποιηματάκια μάθαινε, και οι συγγενείς που τη λυπόντουσαν, την έβαζαν να τα απαγγέλει.

Έχω μια κούκλα στο κουτί και άλλη στο καλάθι
μα τι κουκλίτσα είν’ αυτή στον κόσμο υπ΄υπάρχει

-- Διαφήμιση --

Έλεγε η Λίλη, και γελάγανε οι θείες, και οι γιαγιάδες, και της λέγανε μπράβο, για κάποιο λόγο το είχε παραφράσει, το δεν έγινε υπ΄, ποτέ δεν μπόρεσε να το πει σωστά.

Άρχισε το σχολείο ως παιδί φαινόμενο, φήμη που την ακολούθησε σε όλη τη σχολική της ζωή. Μόνο δεν έμαθε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά, έτσι έγινε κλειστή και εσωστρεφής.

Οι μοίρες που της είχαν δώσει την αναπηρία αυτή, που αν είχε άλλους γονείς ή δεν υπήρχαν λεφτά να πληρωθούν τόσοι γιατροί, ίσως της κατέστρεφε τη ζωή, της είχαν δώσει λες για αντιστάθμισμα πολλές χάρες. Εκτός από την εξυπνάδα, η Λίλη, είχε γαλάζια μάτια με βαθύ βλέμμα και σαρκώδη κόκκινα χείλη και στην εφηβεία έγινε ψηλή και λεπτή, με καλογραμμένο σώμα.

Είχε περάσει και η εποχή των πληθωρικών γυναικών, σαν την Ανίτα Έκμπεργκ, την εποχή που μεγάλωνε η Λίλη, πρότυπο ήταν η κοκκαλιάρα Τουίγκυ.

Τη μοναξιά των παιδικών της χρόνων, ως τα δέκα της χρόνια, άρχισε να αντικαθιστά η προσφορά φιλίας, από τους πιο δημοφιλείς συμμαθητές. Τα κορίτσια τη θέλανε γιατί έγραφε πάντα άριστα στα διαγωνίσματα, αλλά και μοιραζότανε τις γνώσεις της με όποιον ζητούσε βοήθεια, τα αγόρια αισθάνονταν έντονη έλξη, την πήγαιναν με το ποδήλατο ως το σπίτι ή πιάναν κουβέντα μαζί της, στα φροντιστήρια, που ήταν τότε ο μόνος χώρος συγχρωτισμού των δύο φύλων.

Έτσι άρχισε να κοινωνικοποιείται η Λίλη, χωρίς να αφήσει ποτέ την πρώτη της αγάπη το διάβασμα. Ο Μικρός Ήρωας έφερνε τότε, την εποχή του έξαλλου αντικομμουνισμού, τα παιδιά σε επαφή με την ηρωική εθνική αντίσταση. Με τα κλασσικά εικονογραφημένα  γνώριζαν τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ακόμα ο Αστερίξ και ο Λούκυ Λουκ, δίδασκαν έμμεσα τη δικαιοσύνη και την αντίσταση στους καταπιεστές.

Η Λίλη τα διάβαζε όλα αυτά, και πολλά άλλα, όπως όλοι οι συμμαθητές της, αλλά συγχρόνως καταβρόχθιζε ότι βιβλίο έπεφτε στα χέρια της. Τα Άγουρα Χρόνια και τον Δαυίδ Κόπερφιλδ, την ίδια εποχή με τους Ρομαντικούς του Ναζίμ Χικμέτ, και τον Εραστή της λαίδης Τσάτερλυ. Αργότερα Καζαντζάκη μαζί με Μπαλζάκ και Χεμινγουέι.

Τέλειωνε τα μαθήματα σε μια ώρα και μετά έπιανε τα μυθιστορήματα, μάθαινε δύο ξένες γλώσσες, πήγαινε σε πάρτυ τα Σάββατα, και σινεμά την Κυριακή, και μετά βυθιζόταν ξανά στο μαγικό κόσμο των βιβλίων.

Ο πρώτος της έρωτας ήταν στα 12, όχι με ένα συμμαθητή της αλλά με τον υπάλληλο ενός καταστήματος ραπτικής και κεντημάτων. Πρώτη και τελευταία φορά, έπιασε να κεντάει, ώστε να έχει αφορμές να πηγαίνει στο μαγαζί για μια βελόνα, κουβαρίστρες, κλωστές Πεταλούδα και δαχτυλήθρες .

Ο νεαρός ήταν 25ρης, όταν κατάλαβε τον έρωτα της μικρής, είπε σε ένα φίλο του, θα με κατηγορήσουν για παιδόφιλο, θα πάω φυλακή. Ο Λευτέρης ήτανε κούκλος, με πράσινα μάτια και αθλητικό σώμα. Δέκα χρόνια μετά είχε ανοίξει δικό του μαγαζί, και τη γλυκοκοίταγε στις βόλτες, μα τότε η Λίλη, ήτανε φοιτήτρια πλέον και  είχε αλλού το μυαλό της .

Εν τω μεταξύ ξύπνησαν μια μέρα και είδαν στρατιώτες στην ταράτσα του κτιρίου του ΟΤΕ. Οι μεγάλοι μιλούσαν μόνο σε οικογιενεικό κύκλο, καινούργιες λέξεις ακούγονταν ψυθιριστά, δικατορία, πραξικόπημα, ο στρατός έβαλε στη φυλακή τους πολιτικούς, έδιωξε την κυβέρνηση. Στο περιβάλλον της Λίλης υπήρχαν πολλοί κεντρώοι, παπανδρεικοί, αλλά κανείς δεν διώχτηκε. Μόνο τον άντρα της θείας Ξένιας, καθηγητή στο γυμνάσιο, μεταθέσαν από το Αιγάλεω, εκεί στα σύνορα κοντά στο Διδυμότειχο. Για κάποιους συμμαθητές, κυρίως από φτωχές οικογιένειες, ακούγονταν πως στείλανε τον πατέρα εξορία, άλλη περίεργη λέξη, μα τα ίδια τα παιδιά δεν μιλούσαν.

Έκρυψε τους Ρομαντικούς κάτω από το στρώμα η Λίλη, άκουγε πως απαγορεύτηκαν βιβλία, μα εκείνη πάντα έβρισκε σπουδαίους συγγραφείς στη δημοτική βιβλιοθήκη, Σώμερσετ Μωμ και Γκράχαμ Γκρην και Τολστόι.

Είχε και το μυαλό της στα αγόρια, όπως έλεγε η γεροντοκόρη θεία Γεωργία, που αν και σπουδαγμένη και με ένα κάρο λεφτά, δεν κατάφερε να βρει άντρα. Στα 14 έβγαινε ρομαντικές βόλτες με ένα 18χρονο, είχε και μηχανή που του έδινε γόητρο. Αυτός της αφιέρωσε το τραγούδι, «Σ’ αγαπώ γιατί τα μάτια σου, είναι πιο γαλάζια κι απ’ τον ουρανό», ανταλλάσσανε φιλιά και συγκρατημένα χάδια, μα γρήγορα το όλο πράγμα ξέφτισε και η Λίλη ένιωσε ανακούφιση.

Το γυμνάσιο ήταν μακριά, κάθε πρωί πήγαιναν τρία τέσσερα κορίτσια μαζί, μα πιο πολύ γίναν φίλες με μια γειτονοπούλα από πιο φτωχή οικογιένεια, ο πατέρας ακουγόταν πως ήταν συνεργάτης, μα τι ακριβώς σήμαινε δεν καταλάβαιναν ούτε τους πολυένοιαζε. Η Κούλα ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη και πολύ ξεπεταγμένη, είχε κι αγόρι ένα φοιτητή από τα περιβόλια, περιέγραφε κάποιες ερωτικές περιπτύξεις, μα έλεγε πως δεν του επιτρέπει την ολοκλήρωση.

Η καινούρια εφεύρεση, το τηλέφωνο, έμπαινε μόνο στα σπίτια των αστών και των νεόπλουτων, και η νεολαία της εποχής, με τις πολλές απαγορεύσεις που υπήρχαν για συναντήσεις αγοριών και κοριτσιών, το χρησιμοποιούσε για μακρόσυρτες συνομιλίες μιλώντας για τα πάντα εκτός από αυτό που υπέβοσκε, τα αγόρια το ήξεραν καλά, τα κορίτσια ήταν πιο μπερδεμένα. Για σεξ ούτε λόγος, και οι πιο προοδευτικοί πατεράδες θα κλείδωναν τις κόρες στο σπίτι αν παραστρατούσαν.

Η Κούλα χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο στο σπίτι της Λίλης για να μιλάει με το Μάνο. Μίλησε δυο τρεις φορές και η Λίλη μαζί του, κι όταν ήταν μόνη στο σπίτι, πήρε το συνήθειο και τον έπαιρνε τηλέφωνο, της άρεσε να κουβεντιάζει με κάποιον φοιτητή, με πολλά ενδιαφέροντα που δεν είχαν οι συμμαθητές της. Μιλούσαν για βιβλία και για ποίηση, για τα σχέδιά τους για το μέλλον, και πολύ επιφυλακτικά για πολιτική.

Η Λίλη πήγαινε στο γαλλικό Ινστιτούτο, κι εκεί στα πλαίσια του μαθήματος, αναφέρθηκε και η γαλλική επανάσταση, περιγράφανε, έστω επιφανειακά, τα αίτια του ξεσηκωμού, μιλούσαν για τους γιακωβίνους και τους ορεινούς, και τη δολοφονία του Μαρά. Η Λίλη τάχτηκε αμέσως με την πλευρά των καταπιεσμένων, συμπαθούσε το Δαντόν, απεχθανόταν τους αριστοκράτες, αλλά θύμωνε και με το Ροβεσπιέρο και την τρομοκρατία. Σε άλλο μάθημα, η εξαιρετική διευθύντρια, τους έφερε σε επαφή με τη ζωγραφική, δείχνοντάς τους σλάιντς με διάσημους, πίνακες, η Λίλη ξεχώρισε τους εμπρεσιονιστές, και ξετρελάθηκε με τον πίνακα του Ντελακρουά, «η Ελευθερία οδηγεί το λαό».

Μιλούσσαν για όλα αυτά με το Μάνο, αυτός της έλεγε για ταινίες, όσες επέτρεπε το καθεστώς, που προβάλλονταν στην Αθήνα, και για θέατρα, κυρίως  κλασσικού ρεπερτορίου μια και υπήρχαν πολλές απαγορεύσεις.

***

Σε λίγους μήνες η Κούλα της είπε πως χώρισαν με το Μάνο, και την παρακάλεσε να πάει να πάρει τα γράμματά της. Στη συνάντηση, υπήρχε μια περίεργη ατμόσφαιρα, μέσα από τις τηλεφωνικές συνομιλίες, και τις λίγες συναντήσεις στα πρωινά μπάνια που υπήρχε κάποια ελευθερία κινήσεων, ο Μάνος ερωτεύτηκε τη μέχρι τότε φίλη της φιλενάδας του. Άρχισαν να συναντιώνται, έγιναν ερωτικές εκμυστηρεύσεις, ο Μάνος ήταν πιο τολμηρός από το προηγούμενο αγόρι της, έφτασαν στο παρά πέντε, μα η Λίλη φοβόταν τις συνέπειες της ολοκλήρωσης των σχέσεων, κυρίως την εγκυμοσύνη ή την τιμωρία που πολλοί πατεράδες χρησιμοποιούσαν, δηλαδή να απαγορεύσουν τη συνέχιση των σπουδών, και να υποχρεώσουν σε ένα βιαστικό γάμο. Ο Μάνος ήταν ξετρελαμένος μαζί της, της έλεγε, σε λίγα χρόνια θα παντρευτούμε μόλις τέλειωναν τις σπουδές, ορκίζονταν παντοτινή αγάπη, μα οι ενοχές της Λίλης που έβλεπε την Κούλα να υποφέρει, γρήγορα κατέστρεψαν τη σχέση.

Εν τω μεταξύ στα φροντιστήρια, στις απογευματινές βόλτες και σε κάποια λίγα πάρτυ που μόνο πιο προοδευτικοί γονείς επέτρεπαν, υπήρχε η δυνατότητα για ανάλαφρο φλερτ, και αυτό που σήμερα θα λέγαμε φασώματα. Στην πέμπτη γυμνασίου, η Λίλη αισθανόταν κάτι περίεργο για την πιο κολλητή της φίλη. Ήθελε νάναι συνέχεια μαζί, καθόντουσαν αγκαλιά, φιλιόντουσαν στο μάγουλο. Χρόνια μετά, κατάλαβε πως αυτό ήταν ερωτική έλξη, εξάλλου είχε εν τω μεταξύ διαβάσει και Φρόυντ που τα εξηγεί όλα αυτά καλύτερα.

Εξακολουθούσε να είναι πρώτη μαθήτρια, και το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό, μα πάντα συμβαίνουν αναπάντεχα.

Για να σιγουρέψει την εισαγωγή της κόρης του στο πανεπιστήμιο, ο πατέρας της, έβαλε ένα καθηγητή, διάσημο φυσικό, δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο, να της κάνει ιδιαίτερα. Το μοντέλο του γοητευτικού ώριμου άντρα, πάντα αγγίζει ευαίσθητες χορδές στις νεαρές κοπέλες. Δεν είχαν άδικο αυτά που γράφαν οι φτηνές φυλλάδες και τα φωτορομάντζα της εποχής. Ο Τάκης μπήκε στον πειρασμό, τα μπλέξανε , και η Λίλη έμεινε έγκυος. Ο πατέρας της στενοχωρήθηκε μα δεν το πήρε κατάκαρδα. Δεν ήταν κακός για γαμπρός ο Τάκης, συμφώνησε στο γάμο με έναν όρο, να δώσει η Λίλη εξετάσεις στο πανεπιστήμιο.

Έτσι η Λίλη βρέθηκε να μεγαλώνει ένα μωρό και να σπουδάζει ταυτόχρονα. Ήρθε και η μεταπολίτευση, το παιδί είχε ξεπεταχτεί, η Λίλη συμμετείχε, στις ατέλειωτες συνελεύσεις της εποχής, μιλούσε και συνάρπαζε το ακροατήριο. Ο Τάκης, ο άντρας της, σταθερά δίπλα της ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Κάνανε άλλα δύο παιδιά, κάθε φορά η νεαρή μητέρα είχε το άγχος, μη και γεννήσει παιδί με το πόδι στραβό, μα όλα πήγαν καλά, φαίνεται δεν είναι κληρονομικό. Αν  και οι επαγγελματικές και πολιτικές πορείες των δύο συζύγων ήταν ασύμβατες, κατάφερναν να ζουν σχετικά αρμονικά, και τα παιδιά τους μεγάλωναν σε μια, ας πούμε, ευτυχισμένη οικογιένεια.

Πέρασαν είκοσι χρόνια. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει, η Λίλη δεν ήταν ούτε σαράντα, ερωτεύτηκε έναν νεώτερό της, και  χώρισε τον Τάκη, που ένιωσε να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια του. Μα η Λίλη δεν υποχώρησε στις ικεσίες του άντρα της ούτε στις συμβουλές συγγενών και φίλων. Επιτέλους ένιωθε ελεύθερη, είχε οικονομική ανεξαρτησία, και γνώριζε για πρώτη φορά, το πάθος, που γιαυτό διάβαζε τόσα χρόνια στα βιβλία.

Στο τέλος όλα πήγαν καλά, παντρεύτηκε ο Τάκης μια μαθήτριά του μικρότερη από τη Λίλη, η Λίλη ζούσε το μεγάλο της έρωτα, τα παιδιά τους είχαν τη δική τους ζωή, και ήταν όλοι ευχαριστημένοι.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΕΓΓΡΑΦΗ

-- Διαφήμιση --

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ
ΑΡΘΡΑ

Για την πολυσυζητημένη Ορέστεια (video)

Γράφει η Αγγέλικα Σαπουνά Σ’ όλες τις αρχαίες τραγωδίες τα...

Ο Κούντερα του Βασίλη

Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι το ιδανικό πρόσωπο για συνέντευξη...

Ο δικός μου Μπέργκμαν

Σαν σήμερα το 2007 έφυγε από τη ζωή ο...

Φρίντα Κάλο: Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα, ζωγράφισα τη δική μου πραγματικότητα

Της Ακριβής Κονιδάρη «Πρώτα την άκουσα να περνάει και έπειτα...
-- Διαφήμιση --