33.2 C
Galatsi
Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Η πασχαλιά του εργάτη

Ημερομηνία:

-- Διαφήμιση --

Ένα διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη

Φωτογραφία εξωφύλλου από την κινηματογραφική ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα

 «Κλέφτης ποδηλάτων»

-- Διαφήμιση --

Ήταν ένα από ’κείνα τ’ απογεύματα που σου θυμίζουν την ανάγκη επικοινωνίας κι επαφής με τη φύση. Οι σκιές των πολυκατοικιών ολοένα και μάκραιναν. Ο ήλιος, όχι πολύ καυτός, έγερνε σιγά-σιγά προς τη δύση. Τα φώτα στις βιτρίνες των καταστημάτων, παρόλη τη λιτότητα, άρχισαν κιόλας ν’ ανάβουν κάνοντάς τες πιο φανταχτερές.

Μπρος στο μεγάλο κατάστημα «νεωτερισμών και παιδικών ειδών» ο Γιωργάκης, ένα μελαχρινό πεντάχρονο αγοράκι, προσπαθούσε γι’ άλλη μια φορά να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει ένα κουρδιστό αρκουδάκι.

-- Διαφήμιση --

– Εγώ το θέλω, είπε κλαίγοντας.

– Ναι, αλλά είναι ακριβό! Είπε ο πατέρας του, ένας τριαντάχρονος φτωχοντυμένος νέος μ’ αθλητικό παράστημα.

– Και λοιπόν; Απάντησε ρωτώντας ο μικρός. Κάθε φορά τα ίδια μου λες. Όλα είναι ακριβά για σένα! Ο Λάκης έχει τέσσερα αυτοκινητάκια και κάμποσα ακόμα ωραία παιγνίδια. Εγώ τι έχω; Εκείνα τα παλιά, τα σπασμένα πλαστικά;

– Σωστά! Όμως ο πατέρας του Λάκη είναι εμπορικός αντιπρόσωπος κι έχει πολλά λεφτά. Γι’ αυτό έχει ο Λάκης.

 – Καλά! Ψέματα μου λες. Γιατί; Κι εσύ δε δουλεύεις; Πες καλύτερα πως δε μ’ αγαπάς! Είπε και το πρόσωπό του γέμισε παράπονο.

Δάκρυσε ο πατέρας. Η καρδιά του κομματιάστηκε. Πού να καταλάβει τώρα ο μικρός τι θα πει εμπορικός αντιπρόσωπος και τι εργάτης; Αυτός θέλει το παιγνίδι του! Και στο κάτω-κάτω, σκέφτηκε, τι παραπάνω ζητάει απ’ όσα πρέπει να ’χει ένα παιδί;

Κοίταξε μ’ ανείπωτη λατρεία το μικρό του γιο. Ύστερα τα μάτια του πέσανε στα σχεδόν τρύπια παπούτσια του.

– Διάολε! Μουρμούρισε. Λιώσανε κι αυτά και πλησιάζει και Πάσχα!

– Λοιπόν; Είπε με ύφος σοβαρό τώρα ο μικρός. Θα μπούμε;

Και τον τραβούσε προς την είσοδο.

– Στάσου μια στιγμή να το κουβεντιάσουμε, αποκρίθηκε ο πατέρας του.

Ο Γιωργάκης άρχισε πάλι να κλαίει, πιο δυνατά αυτή τη φορά.

– Ναι! Τι να κουβεντιάσουμε; Όλα τα παιδιά παίρνουν! Δε βλέπεις; Πες καλύτερα πως δε μ’ αγαπάς.

Αν το ’βλεπε! Όση ώρα καθόταν στη βιτρίνα μπροστά οι πωλητές δε σταματούσαν να δίνουν λογής λογιών παιγνίδια στα παιδάκια. Κοιτούσε τα χαρούμενα προσωπάκια τους, τα όμορφα καλοραμμένα ρούχα τους κι άθελά του τα σύγκρινε με το θλιμμένο μουτράκι και τη φτωχική φορεσιά του γιου του. Ήταν φανερή η διαφορά. Εκείνα ήταν παιδιά καλοστεκούμενων οικονομικά οικογενειών. Μήπως κι οι μανάδες τους δε φορούσαν πιο ακριβά ρούχα απ’ τη γυναίκα του;

Μεμιάς στο νου του ήρθε όλη η κατάσταση: το ακριβό νοίκι, η σκληρή δουλειά, οι καθημερινές υπερωρίες, η φτώχεια του, τα όνειρα που κάποτε έκανε και δεν πραγματοποιήθηκαν, τα δύσκολα παιδικά του χρόνια…

– Σ’ αγαπάω, μωρό μου, είπε. Σ’ αγαπάω, αλλά, που να πάρει ο διάολος, δεν έχω τόσα λεφτά.

Ο μικρός σταμάτησε για λίγο το κλάμα.

– Θα μου το πάρεις;

Ο πατέρας κάθισε για λίγο ακόμα σκεφτικός κοιτάζοντας στο κενό, για να μη βλέπει τα γεμάτα προσμονή δακρυσμένα μάτια του μικρού. Ύστερα

– Πάμε! Είπε και προχώρησε αποφασιστικά προς την είσοδο.

Για άλλη μια φορά θα έκανε Πάσχα χωρίς καινούρια παπούτσια! Όμως θα έβλεπε τα μάτια του Γιωργάκη να του χαμογελούν!

ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΕΓΓΡΑΦΗ

-- Διαφήμιση --

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ
ΑΡΘΡΑ

Ο δικός μου Μπέργκμαν

Σαν σήμερα το 2007 έφυγε από τη ζωή ο...

Φρίντα Κάλο: Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα, ζωγράφισα τη δική μου πραγματικότητα

Της Ακριβής Κονιδάρη «Πρώτα την άκουσα να περνάει και έπειτα...

Έφυγα για Παταγονία με μια Βυζαντινή πριγκίπισσα

Γράφει ο Αποστόλης Ραζής Νομίζω η παιδική ηλικία είναι εκείνη...

Ζωγράφιζε σαν ποιητής

Από ανάρτηση της Γιάννας Κούκα, δημοσιεύεται με την άδεια...
-- Διαφήμιση --