25.5 C
Galatsi
Σάββατο, 22 Ιουνίου, 2024
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Φωτογραφία φυλαχτό

    Ημερομηνία:

    -- Διαφήμιση --

    Γράφει ο Γιώργος Δ. Μπέτης

    Συμβαίνει συχνά ένα περιστατικό της καθημερινότητας να μας μεταφέρει χρόνια πίσω και να μας θυμίζει γεγονότα φαινομενικά άσχετα, που όμως μας έχουν σημαδέψει ή ήταν πολύ σημαντικά για μας. Συνήθως πρόκειται για καταστάσεις επώδυνες, που έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο με διάφορες αφορμές, φαινομενικά άσχετες, οι οποίες όμως συνδέονται με στιγμές κι ώρες σημαδιακές ή με πρόσωπα αγαπημένα, χαραγμένα ανεξίτηλα στη μνήμη μας και μας διαμορφώνουν ως ανθρώπους.

    Εκεί, λοιπόν, που είσαι στο παρόν και σε συγκεκριμένο χώρο, έρχεται κάτι ασήμαντο και σε σπρώχνει σ’ άλλες εποχές και τόπους, σε φέρνει κοντά σ’ ανθρώπους που πια δε ζουν και σ’ αναγκάζει να ξαναζήσεις πράγματα και καταστάσεις που διαδραματίστηκαν σ’ άλλες εποχές και μ’ άλλους πρωταγωνιστές! Τότε δεν αξιολογείς την αφορμή· σε νοιάζει το σημαντικό για σένα, που καλύπτει όλα τα υπόλοιπα!

    -- Διαφήμιση --

    Κάτι τέτοιο έγινε και τα περασμένα μεσάνυχτα: Ο ύπνος δεν έλεγε να ’ρθει και, φυσικά, η λύση βρέθηκε στην οθόνη της τηλεόρασης και την εναλλαγή των τηλεοπτικών σταθμών, σε μια προσπάθεια να βρεθούν κάποιες εκπομπές ή κινηματογραφικές ταινίες της προκοπής, που θα καταπραΰνουν τον εκνευρισμό της ώρας, για να μπορέσει κανείς επιτέλους να κοιμηθεί! Δεν είναι όμως και τόσο εύκολο, γιατί εκείνη την ώρα εκπέμπουν ταινίες αστυνομικές, επαναλήψεις εκπομπών και ντοκιμαντέρ.

     Ένα απ’ αυτά αναφερόταν στους τελευταίους μεγάλους σεισμούς, που έγιναν στην Τουρκία και τη Συρία και ισοπέδωσαν πόλεις ολόκληρες! Μπορούσες να δεις σπίτια που έπεσαν, ανθρώπους που καταπλακώθηκαν εξαιτίας της φοβερής δύναμης του φαινομένου και των διάφορων αετονύχηδων που έβγαλαν εκατομμύρια, εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη και την άγνοια των ανθρώπων που θρηνούσαν τους δικούς τους. Παράλληλα έβλεπες τη μεγαλοσύνη της αλληλεγγύης και του εθελοντισμού!  Άνθρωποι από ξένες χώρες παρατήσανε τις δουλειές τους και με δικές τους δαπάνες και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής προσπαθούσαν να καλύψουν τις αδυναμίες των κρατών να περιθάλψουν τους πολίτες τους!

    -- Διαφήμιση --

    Αυτή η φοβερή καταστροφή μου θύμισε τη γιαγιά μου τη Γιαννούλα! Γεννημένη κι αυτή σ’ εκείνα τα μέρη, αλλά λίγο πιο βόρεια, στη Σμύρνη, είχε μνήμες άλλων καταστροφών, χειρότερων, αυτών που οι άνθρωποι προκαλούν στους συνανθρώπους τους! Καίνε, γκρεμίζουν, σκοτώνουν, καταστρέφουν και σπέρνουν δυστυχία στους αδύνατους ή τους ηττημένους. Κι εκείνοι, με τη σειρά τους, αντιστέκονται, όταν κι όσο τους είναι δυνατό, ή φεύγουν, αν μπορούν. Γίνονται πρόσφυγες!

    Αυτό το δρόμο ακολούθησε κι η γιαγιά η Γιαννούλα! Βέβαια δεν ήταν ακριβώς έτσι, επειδή η απόφαση δεν ήταν δική της, αφού είχε γεννηθεί στα 1918 και η καταστροφή έγινε το 1922! Ήταν, συνεπώς, μόνο τεσσάρων ετών και δεν είχε την ικανότητα να διαχειριστεί την τύχη της!

    Ακολούθησε, λοιπόν, τους μεγάλους και τη μοίρα τους. Καλά – καλά δε θυμόταν τι και πώς τράβηξαν αυτή και η φαμίλια της. Τα πιο πολλά τα έμαθε αργότερα από τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων. Αυτές ουσιαστικά έδωσαν ζωή στις περιπέτειές της και τη βοήθησαν να θυμηθεί πράγματα και καταστάσεις. Τη βοήθησαν ακόμη να ζωντανέψει και μνήμες που, επειδή ήταν μικρή, ήταν αχνές. Οι άλλοι της είπαν για το κυνηγητό, τις ταλαιπωρίες, τις στερήσεις, τη διάψευση των ελπίδων, για όσα τελοσπάντων υφίστανται οι πρόσφυγες αιώνες τώρα από τους κάθε φορά νικητές που απαιτούν θυσίες απάνθρωπες αθώων, για να νοιώσουν τη νίκη τους!

    Η ίδια θυμόταν τη διάλυση της οικογένειάς της· πώς μέσα στο γενικό χαμό βρέθηκαν οι μισοί στη βόρεια Ελλάδα κι οι άλλοι στα νησιά του Αιγαίου και πώς, με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, ενώθηκαν και βρέθηκαν στην Αθήνα, πώς σμίξανε  με τους άλλους συγγενείς στις προσφυγικές παράγκες, στην αρχή, και στις νέες συνοικίες αργότερα, που έγιναν οι καινούργιες πόλεις της χώρας. Σε μια τέτοια πόλη ρίζωσε κι αυτή, βρήκε δουλειά, παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά κι εγγόνια. Οι δυσκολίες πολλές, τα απρόοπτα περισσότερα κι ακολούθησαν τη μοίρα της μαμάς – πατρίδας σ’ όλα τα θετικά και τ’ αρνητικά που έζησε τον εικοστό αιώνα ο λαός μας.

    Ασφαλώς αυτά τα χρόνια υπήρξαν και απώλειες, άλλε φυσιολογικές, όπως ο θάνατος του πατέρα και του συζύγου της σε μεγάλη ηλικία, κι άλλες επώδυνες, όπως ο χαμός του δεύτερου παιδιού της, που κατά τη διάρκεια της κατοχής έφυγε από τον κόσμο εξαιτίας της πείνας που μάστιζε τη χώρα!

    Ωστόσο ο γιατρός χρόνος μπορεί και κλείνει τις πληγές κι οι χαρές απαλύνουν τον πόνο. Γιατί τόσα χρόνια υπήρξαν και σημαντικές επιτυχίες και η αρχική οικογένεια πολλαπλασιάστηκε, αφού τα παιδιά της, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, η γιαγιά Γιαννούλα, δημιούργησαν το καθένα τη δική του οικογένεια κι αυτές απόχτησαν τα καινούργια τους μέλη κι έτσι εκείνα τα νέα παιδιά, που τράβηξαν ταλαιπωρίες με την Καταστροφή, απόχτησαν τα δικά τους παιδιά κι εγγόνια.

    Προχωρούσαν, λοιπόν, το καθένα από τα τρία αδέρφια με το βλέμμα στο μέλλον και την πρόοδο της δικής του οικογένειας, αλλά και με το μυαλό και την καρδιά εκεί στο χωριό τους, κοντά στη Σμύρνη, και στο σπίτι το πατρικό, πίσω από την καθολική εκκλησία. Είναι αυτό ένας πόνος μόνιμος σχεδόν, που δεν περνά εύκολα κι επιδεινώνεται από την επίγνωση πως αυτό ήταν το σπίτι σου, που το έχασες χωρίς να φταις και που δε θα το ξαναποχτήσεις ποτέ πια!

    Με τον καιρό αρχίζεις να συμβιβάζεσαι και με λιγότερα. Δεν περιμένεις πια ν’ αλλάξουν οι καιροί και να το ξαναπάρεις. Ξέρεις τα δικά σου όρια και δεν πιστεύεις ψευδαισθήσεις. Όμως σε πονά που δεν το βλέπεις! Μετά από τόσα χρόνια, τι να γίνεται εκείνο το σπίτι; Υπάρχει ή κάηκε τότε που έφυγες; Κι αν γλίτωσε, ποιοι μένουν εκεί; Το άφησαν όπως ήταν ή το έφαγε κι αυτό η πρόοδος και το έκανε πολυκατοικία, τώρα που το χωριό έγινε προάστιο της Σμύρνης; Και πάντα καταλήγεις στην ευχή – καημό:

    – Αχ και να το ’βλεπα λίγο!

    Και ξαφνικά, εκεί που λες πως έτσι είναι και δε γίνεται αλλιώς, έρχεται το τηλέφωνο και σου αναστατώνει  και πάλι τη ζωή. Η Μερόπη ήταν, η γυναίκα του μεγάλου της αδερφού, του Χρήστου, που έφερε το νέο.

    – Η Γιολάντα, της είπε, ταξίδεψε στη Σμύρνη και πήγε και στο σπίτι μας!

    Η Γιολάντα ήταν η μεγάλη τους κόρη. Κοντά στα είκοσι πέντε της τότε, πήγε με μια παρέα παλιών συμμαθητών της στην Τουρκία και συγκεκριμένα στα παράλια της Μικράς Ασίας.

    Φοιτητές ήταν οι πιο πολλοί και με καταγωγή από κείνα τα μέρη. Ήθελαν, λοιπόν, πέρα από τη χαρά της εκδρομής, να δουν πώς είναι ο τόπος που είχαν ακούσει τόσες ιστορίες από τους δικούς τους. Η ίδια είχε ακούσει πάρα πολλά για το σπίτι τους από τον πατέρα της, που έφυγε δωδεκάχρονο παιδί από το χωριό και το θυμόταν καλά. Της το είχε περιγράψει λεπτομερώς κι ήταν σίγουρη πως θα το αναγνώριζε, αν το έβλεπε.

    – Πάμε να το βρούμε; Είπε στον Άκη, που τότε φίλος της κι αργότερα την παντρεύτηκε.

    – Πάμε!

    Πήραν ένα ταξί και σε λίγο βρέθηκαν στο χωριό της, που τώρα ήταν συνοικία της πόλης. Στη  διάρκεια της διαδρομής ο ταξιτζής τους ρώτησε με σπαστά ελληνικά αν ήταν από τα μέρη εκείνα. Η Γιολάντα προσπάθησε να του εξηγήσει.

    – Κι εγώ πρόσφυγας είμαι! Τους είπε. Από την Ελλάδα ήρθα εδώ. Από τα Γιαννιτσά. Αν μπορώ να κάνω κάτι, για να σας βοηθήσω…

    – Όχι! Του είπαν. Απλά να το δούμε θέλουμε. Δεν είμαστε σίγουροι πως πάμε στο σωστό σπίτι. Δεν είναι ευγενικό να ενοχλήσουμε τους ανθρώπους.

    Σε πολύ λίγο βρέθηκαν μπροστά από μια κατοικία που έμοιαζε απόλυτα μ’ αυτή που ο πατέρας της τής είχε περιγράψει τόσες φορές. Ένοιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Έπιασε το χέρι του Άκη. Εκείνος κατάλαβε.

    – Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο;

    Το ταξί στάθηκε στην άκρη του δρόμου κι Γιολάντα κατέβηκε. Ο Άκης την ακολούθησε.

    – Είσαι καλά; Τη ρώτησε.

    Εκείνη του είπε πως δεν είχε κάποιο ανησυχητικό πρόβλημα κι έψαχνε στην τσάντα της τη φωτογραφική της μηχανή. Με άτσαλες κινήσεις ανακάτευε τα πράγματά της. Κάποια στιγμή τη βρήκε και προσπάθησε να φωτογραφήσει το κτίριο. Όταν σιγουρεύτηκε πως είχε αποτυπώσει κατά τρόπο ικανοποιητικό το σπίτι, γύρισε προς τον Άκη.

    – Πάμε; Ψιθύρισε.

    Εκείνος την έσπρωξε απαλά προς το αυτοκίνητο. Ήταν φανερά κι οι δυο ταραγμένοι.

    – Αυτό είναι το σπίτι; Τους είπε ο ταξιτζής, που τόσην ώρα τους έβλεπε αμίλητος. Νομίζουμε πως ναι, είπε ο Άκης.

    Η Γιολάντα δε μίλησε. Ήταν πολύ συγκινημένη. Αλλά κι ο οδηγός δεν ήταν λιγότερο. Είχε κι αυτός το δικό του πόνο!

    Πήραν το δρόμο του γυρισμού. Κανείς δε μιλούσε κατά τη διαδρομή. Η Γιολάντα, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του Άκη, είχε τα μάτια μισόκλειστα και προσπαθούσε να μην αφήσει τα δάκρυά της να κυλήσουν. Θυμόταν τις ιστορίες που έλεγε ο πατέρας κι ο παππούς της. Για το σπίτι που ήταν μεγάλο κι όμορφο, για τους μπαξέδες και τα χωράφια, για τις γιορτές και τα πανηγύρια, για τα καλοκαίρια και τη θάλασσα.

    Κάποτε έφτασαν στην πόλη για συναντηθούν με τους άλλους. Ήταν ολοφάνερα συγκινημένοι κι οι τρεις! Όχι μόνο ο Άκης κι η Γιολάντα, αλλά και ο Τούρκος οδηγός.

    – Κακό πράγμα ο πόλεμος! Τους είπε. Όλοι οι μικροί χάνουμε! Μπορεί οι μεγάλοι, όταν νικούν, να κερδίζουν· οι μικροί όμως, και οι νικητές και οι νικημένοι, χάνουμε! Άλλοι λιγότερα, άλλοι περισσότερα, αλλά χάνουμε! Εσύ θα έχεις αυτές τις φωτογραφίες. Εγώ;

    Γύρισαν, λοιπόν, από τη Μικρασία κουβαλώντας αναμνήσεις πολλές και περισσότερες φωτογραφίες από τα χώματα εκείνα τα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα αιώνες από τους ανθρώπους που η μοίρα τους έριξε σ’ εκείνα τα μέρη! Έτσι πρόκοψαν και δημιούργησαν πολιτισμό οι κάτοικοί τους από τ’ αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Κι όταν χρειάστηκε, τον έφεραν μαζί τους, στην μητέρα πατρίδα που δέχτηκε τα παιδιά της μετά τη μεγάλη συμφορά.

    Η Γιολάντα έβγαλε αρκετά αντίτυπα από τις φωτογραφίες του σπιτιού τους, αφού βέβαια ο πατέρας της τη διαβεβαίωσε πως αυτό ήταν το δικό τους, και τις έδωσε στους γονείς της να τις μοιράσουν σ’ όλα μέλη της οικογένειας.

    Μετά από μερικά χρόνια λιγόστεψαν ακόμα πιο πολύ. Ο Χρήστος χάθηκε πρώτος, ύστερα, σχεδόν ταυτόχρονα, η Μερόπη. Έμεινε μόνο ο άλλος τους αδερφός, αλλ’ αυτός έμενε πια στην επαρχία, αφού εκεί μένανε τα δικά του απιδιά.

    Η γιαγιά η Γιαννούλα, λοιπόν, ανατύπωσε τη δική της φωτογραφία κι ένα αντίγραφό της το τοποθέτησε στο εικόνισμα, δίπλα στις εικόνες των αγίων που κληρονόμησε από τους γονείς της. Τις άλλες τις έβαλε σ’ ένα άλμπουμ που το εναπόθεσε σ’ ένα συρτάρι και περίμενε πώς και πώς να φτιάξουν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και να ταξιδέψει, αν και τα οικονομικά της αντέξουν, στη Σμύρνη και να πάει κι αυτή να επισκεφτεί το δικό της σπίτι. Αυτή η αγωνία την έτρωγε, γιατί δεν είχε και δεν μπορούσε να διαθέσει μεγάλο χρηματικό ποσό, αφού έπρεπε ν’ αγοράσει το σπίτι που τώρα κατοικούμε εμείς. Αυτή θα εξακολουθούσε να μένει στα προσφυγικά.

    Επειδή όμως άλλα σχεδιάζουν οι άνθρωποι κι αλλιώς τα φέρνει η ζωή, δε στάθηκε μπορετό, το λίγο χρονικό διάστημα που έμελλε να ζήσει, να έρθουν όλα βολικά και να ξαναπεράσει, σε καιρό ειρήνης πια, το Αιγαίο και να ξαναβρεθεί στα μέρη της. Το έβλεπε όσο ακόμα ήταν καλά και στεκόταν στα πόδια της με το μυαλό της στη θέση του.

    – Αν δεν καταφέρω να ξαναπάω, αυτή τη φωτογραφία, που έχω στα εικονίσματα, θα μου τη βάλετε μαζί μου.

    Αυτά μας είπε τότε, που ακόμα μπορούσε και να σκεφτεί και ν’ αποφασίσει. Γιατί μετά, όταν πια και η μνήμη  την εγκατέλειψε, δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις για τη ζωή της και δεν είχε νόημα οι άλλοι να  αποφασίσουν ξανά για λογαριασμό της και να την πάνε ξανά στο πατρικό της. Μήπως θα το καταλάβαινε;

    Όταν, λοιπόν, ο Μεγαλοδύναμος αποφάσισε να πάψει πια να τη βασανίζει και να την πάρει για πάντα κοντά του, εμείς βάλαμε μια όμορφη κορνίζα στη φωτογραφία του σπιτιού της και της τη δώσαμε να την έχει μαζί της για πάντα, όσο κρατάει αυτό το πάντα για τους φτωχούς νεκρούς που θάβονται στα νεκροταφεία των  σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

    Γαλάτσι 11/05/2023

    ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

    ΕΓΓΡΑΦΗ

    -- Διαφήμιση --

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    ΣΧΕΤΙΚΑ
    ΑΡΘΡΑ

    Εμπρησμός εξ αμελείας

    Διήγημα του Γιώργου Δ. Μπέτη Καλοκαίρι ήταν, Ιούλιος μήνας και...

    Ο Ντόναλντ Σάτερλαντ για το Cloudbusting (video)

    Ανάρτηση της Ναταλίας Κακουλίδου, δημοσιεύουμε με την άδεια της. Για...

    Άγγελος Σικελιανός χειρόγραφα

    Σαν σήμερα, το 1951, πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Το...

    Τη νύχτα που σε πιάνει βουλιμία

    Γράφει η Μαρία Κ. Φωτογραφία εξωφύλλου από την ιστοσελίδα...
    -- Διαφήμιση --